Back to the Future Trilogy
του Χρήστου «Eddie» Μπαλτζή

Φανταστείτε ότι θα μπορούσατε να ταξιδέψετε πίσω και μπροστά στον χρόνο απλά με ένα αυτοκίνητο, με την ταχύτητα των 88 μιλίων την ώρα. Μοιραία έτσι θα ήσασταν σε θέση να αναδιαμορφώσετε τα ιστορικά δρώμενα, αφού η συμπληρωματική συμμετοχή σας στα δρώμενα του παρελθόντος, θα είχε ως συνέπεια την αλλαγή των μελλοντικών. Σε αυτή την περίπτωση, για εσάς οι αλλαγές και οι μετασχηματισμοί θα συγκροτούσαν μια συνειδητή, εναλλακτική διαμόρφωση της πραγματικότητας μέσω πολλαπλών επιλογών. Για όλους τους άλλους, όμως, το αποτέλεσμα θα ήταν η μία και αυτή πραγματικότητα.

Η τριλογία ταινιών επιστημονικής φαντασίας του Robert Zemeckis με τον τίτλο «Επιστροφή στο μέλλον (Back to the Future)» που βασίστηκε σε αυτό το θέμα αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία και σταθμό στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Στην υπόθεση της ταινίας, ένας νεαρός, ο Μάρτυ Μάκφλαϊ, τον οποίο υποδύεται ο Michael Fox, μετά από μια καταδίωξη πηγαίνει άθελά του στο 1955, τριάντα χρόνια πίσω από την εποχή του, με μια Delorian που λειτουργεί ως χρονομηχανή και είναι κατασκευασμένη από τον θείο του Έμμετ Μπράουν (τον οποίο υποδύεται ο Christopher Lloyd). Η μηχανή αυτή λειτουργεί με βενζίνη και πλουτώνιο, το οποίο είναι και η αιτία της καταδίωξης από Λίβυους τρομοκράτες, αφού είναι κλεμμένο.

Βρισκόμενος στο 1955, ο Μάρτυ συναντά κατά λάθος τους μελλοντικούς του γονείς. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκεται προ του κινδύνου ν’ αλλάξει τα ιστορικά δρώμενα, γιατί κινεί το ενδιαφέρον της μελλοντικής του μητέρας. Πείθει τότε τον θείο του Έμμετ ότι έχει έρθει από το μέλλον και ότι η μητέρα του πρέπει να ερωτευθεί τον μέλλοντα πατέρα του, ειδάλλως θα χαθούν όλα. Πέρα απ’ όλα αυτά, πρέπει να βρεθεί και πλουτώνιο εφόσον δίχως εκείνο δεν λειτουργεί ο πυκνωτής, που καθιστά εφικτό το ταξίδι στον χρόνο. Όμως, πλουτώνιο δεν υπάρχει για αγορά, ούτε για κλοπή στο 1955. Αυτή την ισχύ μόνον ο κεραυνός μπορεί να την παράγει κι έτσι θα αναγκαστεί να τον χρησιμοποιήσει, αφού κεραυνός θα χτυπήσει το ρολόι του Χιλ Βάλλεϋ, σύμφωνα με πληροφορία από το μέλλον.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως οι πληροφορίες του μέλλοντος γίνονται ζωτικές για το παρελθόν. Σε κάποια σημεία της ταινίας εκφράζεται η άποψη ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να γνωρίζει μελλοντικά γεγονότα. Ωστόσο, στο τέλος ο Μάρτυ επιστρέφει στο 1985 και η νέα πραγματικότητα είναι καλύτερη για όλους.

Η ταινία είχε δυο ακόμη συνέχειες οι οποίες καταπιάστηκαν με το ίδιο θέμα. Και μπορεί το ευχάριστο τέλος να είναι απαραίτητο για τέτοιου τύπου κωμικές περιπέτειες επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο το σενάριο του «Back to the future» έθιξε και το γεγονός ότι η υπέρμετρη φιλοδοξία και η άπληστη περιέργεια αποτελούν έμφυτα στοιχεία του ανθρώπου, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν στην αποκόμιση νέων γνώσεων ή στη δημιουργία επικίνδυνων προβλημάτων.

Εμμέσως, πλην σαφώς, από την ταινία διαβλέπουμε ότι οι εντυπωσιακές επιστημονικές ανακαλύψεις (όπως τα ταξίδια στον χρόνο) μπορεί να ακούγονται συναρπαστικές, εντούτοις δεν αποκλείεται να αποδειχτούν τελικά οδυνηρές. Αυτή την περίοδο ο φυσικός Ronald Mallet προσπαθεί να κατασκευάσει στις Η.Π.Α μια χρονομηχανή. Όπως ισχυρίζεται, η χρονομηχανή του θα έχει μια μικρή, αλλά σημαντική, διαφορά από εκείνη της ταινίας. Δεν θα μπορεί να γυρίζει κανείς στο παρελθόν πριν από τη στιγμή που θα έχει ανοίξει την μηχανή. Η μηχανή θα μπορεί να επιβραδύνει τον χρόνο και να εγκλωβίζει πληροφορίες του μέλλοντος. Επίσης, υπάρχει κάποιος John Titor που ισχυρίζεται ότι έχει έρθει από το 2036. Είτε το τελευταίο είναι τραγελαφικό είτε ακόμα και αληθές, οι τεχνολογικές εξελίξεις καθιστούν θεωρητικά εφικτό το σενάριο, οι απόγονοί μας να καταφέρουν να ταξιδεύσουν μπροστά ή πίσω στον χρόνο. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται είναι αν οι επιστημονικές και πολιτικές ελίτ που θα κληθούν να διαχειριστούν μια τέτοια ενδεχόμενη κατάσταση, ή σε ένα πιο γενικό επίπεδο αν οι άνθρωποι ως όντα, μπορούν να χρησιμοποιήσουν παραγωγικά μια τέτοια γνώση. Η προφανής απάντηση είναι το όχι.

Υπάρχει όμως και η άλλη πτυχή της όλης συλλογιστικής. Εάν έχει γίνει ένα ταξίδι στον χρόνο, εμείς δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε, εφόσον ζούμε στη δική μας αλληλένδετη πραγματικότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση η ζωή μας αποτελεί κάτι σαν μέρος ενός μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας. Οι συνειρμοί που δημιουργεί η εφιαλτική ιδέα ότι κάποιοι χρονοταξιδιώτες ενδέχεται να προσδιορίζουν κατά βούληση την ζωή μας, δεν μπορεί παρά να προκαλούν ανησυχία.

Μένοντας στα δεδομένα του σήμερα, μπορούμε να είμαστε ήσυχοι, προς το παρόν, ότι ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ανύπαρκτος. Ακόμη και υπό αυτές τις προϋποθέσεις, όμως, ίσως να ήταν ωφέλιμη μια εσωτερική εγρήγορση και αφύπνιση όσων ανθρώπων διαθέτουν ισχυρή αίσθηση αξιοπρέπειας και προσδοκούν μια ανεξάρτητη ζωή, απέναντι στις καταιγιστικές εξελίξεις της τεχνολογίας. Μια εγρήγορση που θα βασίζεται στη γνώση και στην παραγωγική χρήση των τεχνολογικών επιτευγμάτων κι όχι φυσικά στην απόλυτη καταδίκη τους. Μια αφύπνιση που στο γνωστικό της υπόβαθρο θα περιλαμβάνει ακόμη και τις διδαχές των ταινιών που προαναφέραμε. Μια απόδειξη για το ότι οι άνθρωποι είμαστε και σήμερα σε κάποιο βαθμό κυρίαρχοι της ζωής μας, αφού το δικό μας μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο…ακόμη !

Χρήστος «Eddie» Μπαλτζής
μέλος Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ
Φοιτητή Ε.Κ. Πανεπιστημίου Αθηνών
Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης


Δοκίμιο για την Φανταστική Λογοτεχνία, μέρος 4ο
του Σταμάτη Μαμούτου

Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί το τέταρτο μέρος του δοκιμίου που έχει γράψει ο Σταμάτης Μαμούτος, προκειμένου να επισκοπήσει τη διαχρονικότητα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Σε αυτό το μέρος ο συγγραφέας αναλύει την νεότερη και την σύγχρονη εποχή της φανταστικής λογοτεχνίας.
VI


Μετά το τέλος της εποχής του Ρομαντισμού, το οποίο, συμβατικά, μπορούμε να προσδιορίσουμε γύρω στο 1850 μ.Χ, ο δυτικός κόσμος εισήλθε σε μια νέα ιστορική εποχή. Τα πνευματικά γνωρίσματα, που παρουσίασε η νέα αυτή εποχή στην αρχική της φάση, ήταν παρόμοια με εκείνα που χαρακτήριζαν την Ευρώπη πριν το ξέσπασμα της ρομαντικής αντίδρασης. Οι δυνάμεις της νεωτερικότητας κυριάρχησαν ολοκληρωτικά, και αυτή την φορά οριστικά, ενώ το μέλλον της λογοτεχνίας του φανταστικού, και των υπολοίπων ρομαντικών μορφών τέχνης, άρχισε να διαγράφεται δυσοίωνο.

Κατά τα πρώτα χρόνια του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα, δυο πνευματικά ρεύματα επικράτησαν. Το νεωτεριστικό και το παραδοσιακό. Οι εκφραστές του νεωτεριστικού ρεύματος επιθυμούσαν την προσαρμογή στις επιταγές των μοντέρνων καιρών και την αφομοίωση όλων των νέων προτάσεων που εξέφραζε η νέα εποχή. Από την άλλη, οι εκφραστές του παραδοσιακού ρεύματος αναδιπλώθηκαν στην αυστηρή τήρηση κάποιων παλαιών, κλασικών δογμάτων. Το παραδοσιακό ρεύμα χαρακτηρίστηκε από μια κλασικιστική εμμονή και διέκοψε την επαφή με την ρομαντική διανόηση, που αποζητούσε το βύθισμα στους μύθους και στις παραδόσεις επιδιώκοντας την ενεργοποίησή τους μέσα από νέα σχήματα πολιτισμού.

Η εποχή του Μοντερνισμού είχε γεννηθεί και το πνεύμα της νεωτερικότητας είχε, πλέον, παγιωθεί ως κυρίαρχη πολιτισμική σταθερά. Σε αυτό το πλαίσιο οι διδαχές του Διαφωτισμού είχαν επιστρέψει στο προσκήνιο. Ο ορθολογισμός και η επιστημονική σκέψη αποτέλεσαν τις παλινορθωμένες θεότητες του κόσμου της διανόησης. Η πρακτική λατρεία του ορθολογισμού και του επιστημονισμού έλαβε χώρα μέσα από το πλαίσιο του θετικισμού. Ο θετικισμός ήταν ένα από τα πρώτα πνευματικά ρεύματα της μοντέρνας εποχής, το οποίο απέκτησε την ονομασία αυτή, επειδή εξέφρασε την κληρονομημένη από το Διαφωτισμό πεποίθηση ότι η εξέλιξη των επιστημών και η πρόοδος της ορθολογικής σκέψης, θα οδηγούσε στη λύση όλων των προβλημάτων και τον άνθρωπο στην επί της γης ευτυχία (θεώρησε δηλαδή, ότι το μέλλον θα είχε θετική εξέλιξη, γι’ αυτό και ονομάστηκε θετικισμός). Γεννήτορας του θετικισμού θεωρείται ο πρώτος κοινωνιολόγος, ο Γάλλος Αύγουστος Κοντ, ο οποίος πίστευε ότι με τη δημιουργία της κοινωνιολογίας θα καταργούσε την φιλοσοφία, γιατί η κοινωνιολογία και οι υπόλοιπες επιστήμες θα αποτελούσαν τα φάρμακα για τα κοινωνικά δεινά, πράγμα που θα άδειαζε την φιλοσοφία από περιεχόμενο.

Οι εξελίξεις στα καλλιτεχνικά και στα λογοτεχνικά δρώμενα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι συμβατές με τη γενικότερη θετικιστική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην κοινωνία. Έτσι, ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός γκρέμισαν την ρομαντική φανταστική λογοτεχνία από το θρόνο της και έγιναν τα κυρίαρχα ρεύματα της λογοτεχνικής έκφρασης. Όπως είναι γνωστό, τα δύο αυτά ρεύματα πρόβαλαν μια λογοτεχνία, η οποία αποτέλεσε πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας και καταπιάστηκε με θέματα της καθημερινότητας (κυρίως με ζητήματα κοινωνικής παθογένειας του αστικού κόσμου των μεγάλων πόλεων). Ουσιαστικές διαφορές δεν είχαν, απλά ο Νατουραλισμός, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν πιο «ωμός» από τον Ρεαλισμό και στράφηκε περισσότερο προς την καταγγελία για την εξαθλίωση και την καταπίεση του ανθρώπου. Πατρίδα και των δύο δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την μητέρα του Διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων, τη Γαλλία. Πρώτος εκφραστής του ρεαλισμού υπήρξε ένας παλιός ρομαντικός, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Μαντάμ Μποβαρί» Γκυστάβ Φλομπέρ25, και εισηγητής του νατουραλισμού ο Εμίλ Ζολά.
Ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός θεωρήθηκαν οι δυο πρώτες λογοτεχνικές εκφράσεις του Μοντερνισμού. Ο Μοντερνισμός αποτέλεσε μια ευρεία κοσμοαντίληψη, που εξέφρασε το πνεύμα της προόδου των νέων καιρών και εντός του πεδίου της χώρεσαν πολλές πνευματικές τάσεις.

Απέναντι από τον ορθολογισμό και τον πραγματισμό του Μοντερνισμού στάθηκε η «μνημειακή» αναδίπλωση του Κλασικισμού. Ο Κλασικισμός άφησε μια σημαντική κληρονομιά στην αρχιτεκτονική, αλλά από εκεί και πέρα αποτέλεσε μια καλλιτεχνική αντίληψη άνευ ουσίας, η οποία είχε και αυτή τις ρίζες της στο Διαφωτισμό. Ουσιαστικά, ήταν μια πιο συντηρητική και πιο μετριοπαθής κληρονομιά του Διαφωτισμού, που συσπείρωσε τους καλλιτέχνες οι οποίοι ήταν κληρονόμοι του Διαφωτισμού, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν θέση μέσα στο έντονα προοδευτικό περιβάλλον του Μοντερνισμού.

Ήρθε, όμως, η εποχή που ο ορθολογισμός και το θετικιστικό πνεύμα διέψευσαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει. Μετά το 1890 η επιστήμη πλήχθηκε, μιας και νέες έρευνες αμφισβήτησαν τις βεβαιότητες που είχαν δημιουργηθεί. Παράλληλα, στον χώρο των τεχνών ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός άρχισαν να χάνουν έδαφος. Ωστόσο, η αμφισβήτηση αυτή δεν προήλθε από κάποιο πολιτιστικό κίνημα που συνδεόταν με την φανταστική λογοτεχνία. Αντίθετα, αποτέλεσε έκφραση ενός εσωτερικού μοντερνιστικού κινήματος, το οποίο ευαγγελίστηκε την απόλυτη πρόοδο, την οριστική ανατροπή των παραδοσιακών αξιών και την ολοκληρωτική ρήξη με το πλαίσιο της λογοτεχνίας του φανταστικού.

Οι εκφραστές του κινήματος αυτού θεώρησαν ότι η πρόοδος που είχαν πετύχει ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός στις τέχνες και στις συνειδήσεις των ανθρώπων ήταν απλά μια αρχή. Προκειμένου να εκφραστούν, χρησιμοποίησαν κάποιους από τους τρόπους του Ρομαντισμού, μεταξύ αυτών και την φαντασία. Το συγκεκριμένο γεγονός έχει γεννήσει συγχύσεις κι έχει κάνει αρκετούς αναγνώστες να μπερδέψουν την εσωτερική μοντερνιστική αντιπαράθεση προς τον ορθολογισμό με την λογοτεχνία του φανταστικού. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το κίνημα αυτό αποτέλεσε την μήτρα από την οποία προέκυψαν τα ρεύματα της Πρωτοπορίας (Avant Garde) και η Πρωτοπορία δεν έχει καμιά οργανική ενότητα με την λογοτεχνία του φανταστικού.

Τα πρώτα κινήματα του μοντέρνου πνεύματος που αντιπαρατέθηκαν στον Ρεαλισμό ήταν ο Ιμπρεσιονισμός και ο Συμβολισμός. Ακολούθησαν ο Φοβισμός, ο Κυβισμός, ο Εξπρεσιονισμός, ο Φουτουρισμός, ο Ντανταϊσμός, ο Σουρεαλισμός και πολλά άλλα. Ο Συμβολισμός και ο Εξπρεσιονισμός διατήρησαν αρκετά στοιχεία του Ρομαντισμού, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν Ρομαντισμός, ούτε φυσικά λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Σουρεαλισμός διατήρησε σχετικά λιγότερα, ωστόσο είναι αυτός που πολλές φορές μπερδεύεται στις αναφορές για την φανταστική λογοτεχνία.

Για να αποφύγουμε τις συγχύσεις θα ήταν καλό να θυμηθούμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά του Σουρεαλισμού (Υπερρεαλισμού). Όπως δήλωσε ο επικεφαλής του κινήματος αυτού, Αντρε Μπρετόν, «ο Υπερρεαλισμός είναι ένας γνήσιος, ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Μια υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα έλεγχο και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια». Επίσης, στην «Διακήρυξη των Σουρεαλιστών» της 27ης Ιανουαρίου του 1925, στο πρώτο άρθρο αναφέρονται τα εξής: «(Οι Υπερρεαλιστές) δεν έχουμε καμία σχέση με την λογοτεχνία. Αλλά μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε αν χρειαστεί, όπως όλος ο κόσμος» και στο δεύτερο «ο Υπερρεαλισμός δεν είναι κανένα καινούργιο ή ευκολότερο μέσο έκφρασης, ούτε κάποια μεταφυσική της ποίησης. Είναι ένα μέσο για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του πνεύματος και όλων όσων του μοιάζουν»26 . Αυτά είπαν οι Υπερρεαλιστές, και πολλά άλλα, τα οποία καταδεικνύουν ότι το κίνημά τους, (μέσω του οποίου οραματίστηκαν να «αλλάξουν τον κόσμο», σύμφωνα με τις επιταγές μιας πρώιμης, αποδομιστικής και εναλλακτικά αριστερής αντίληψης), δεν συνδέεται με το πεδίο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας σε αυτό το θέμα, κρίνεται φρόνιμο να υπενθυμιστεί το ότι η χρήση της φαντασίας από τους υπερρεαλιστές, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τα έργα τους ως έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου, την φαντασία τους ενεργοποίησαν και οι ρεαλιστές λογοτέχνες. Τα έργα τους, που αντανακλούσαν την πραγματικότητα, ήταν φανταστικές κατασκευές των δημιουργών. Ήταν μυθιστορήματα, δηλαδή, και όχι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, ούτε ιστορικές αναλύσεις. Ωστόσο, πολύ ορθά, κανείς δεν τα θεωρεί έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Το ίδιο ισχύει και για τον Υπερρεαλισμό και τα υπόλοιπα κινήματα της Πρωτοπορίας. Για να θεωρηθεί ένα έργο μέρος της λογοτεχνίας του φανταστικού, απαιτείται η εκπλήρωση επιπλέον κριτηρίων στα οποία έχουμε αναφερθεί, στο πρώτο μέρος ετούτου του δοκιμίου.

Στα πλαίσια του βιομηχανοποιημένου περιβάλλοντος της νεωτερικής εποχής, (κύρια χαρακτηριστικά του οποίου υπήρξαν η γενικευμένη ανταλλαξιμότητα, η τεχνοκρατία, ο ατομικισμός και το όραμα της παγκοσμιότητας), η λογοτεχνία του φανταστικού αποτέλεσε την μόνη ρομαντική έκφραση που συνέχισε να υπάρχει, συνεχίζοντας να διαγράφει μια ιστορική τροχιά, οι αφετηρίες τις οποίας ανιχνεύονται στην αυγή του ανθρωπίνου πολιτισμού. Μετά το τέλος της εποχής κατά την οποία κυρίαρχο πνευματικό κίνημα υπήρξε ο Ρομαντισμός, η φανταστική λογοτεχνία αποτέλεσε έναν πνευματικό τόπο για τους ονειρευτές, τους απόκοσμους και τους νοσταλγούς συγγραφείς και αναγνώστες. Κύριο γνώρισμά της αποτέλεσε η απομόνωση. Η ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων και ο ερχομός της νεωτερικής εποχής, έκανε όλους τους «βάρδους του παράξενου», που φιλοξενούσε ο χώρος της λογοτεχνίας του φανταστικού, να αντιληφθούν ότι οι ιδέες τους δεν επρόκειτο ποτέ να αποκτήσουν πρακτική εφαρμογή, ούτε και να συγκινήσουν μεγάλα πλήθη ανθρώπων, τα οποία εκείνη την εποχή άρχιζαν να κατευθύνονται από τον τύπο, από ακαδημαϊκές έδρες και από πολιτικά κόμματα. Συνεπώς, το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν τα ταξίδια στους κόσμους των ονείρων και της φαντασίας, τα οποία τους πρόσφεραν οι μαγικοί προορισμοί της φανταστικής λογοτεχνίας. Κι επειδή αυτά τα ταξίδια δεν ήταν πια καθόλου δημοφιλή, οι λίγοι ταξιδευτές που απέμειναν αποτέλεσαν μια απόμακρη μειοψηφία.

Η κρίσιμη περίοδος που περιγράφουμε εκτείνεται, χονδρικά, από το 1850 έως το 1875. Οι τελευταίοι εκφραστές του Ρομαντισμού, που εξακολούθησαν να δραστηριοποιούνται στον χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάζοντας ποιοτικές δουλειές, ήταν κυρίως ποιητές. Ο Άλφρεντ Τέννυσον και το ζεύγος Μπράουνινγκ, αν και διατήρησαν ως αφετηρία τους την ρομαντική λογοτεχνική αντίληψη και κατάφεραν να διακριθούν, δεν συνέβαλλαν στην αναζωογόνηση του ρομαντικού πνεύματος και της λογοτεχνίας του φανταστικού.

Αντιθέτως, ο Τζων Ράσκιν, μολονότι έπαψε να καταπιάνεται με την λογοτεχνία, συνέχισε ως κριτικός τέχνης να καταγγέλλει την νεωτερική εποχή και να εκφράζει την ρομαντική αισθητική στις τέχνες, στα γράμματα και στην πολιτική. Με μια σειρά από σημαντικά δοκίμια αισθητικής και κοινωνικής κριτικής, ο Ράσκιν αποτέλεσε έναν σπουδαίο στοχαστή της βικτοριανής Αγγλίας, που εμπνεόμενος από τις ιδέες του Τόμας Καρλάιλ, του Ρόμπρετ Σάουθευ, του Γουόλτερ Σκοτ και άλλων βρετανών ρομαντικών, αποτύπωσε μέσα από έργα όπως το ΄΄Stones of Venice΄΄- «Μάρμαρα της Βενετίας» (1853), ΄΄Unto this Last΄΄- «Μέχρις αυτό το τελευταίο» (1860), ΄΄Time and Tide΄΄- «Ο χρόνος και η παλίρροια» (1867), ΄΄The storm cloud of nineteenth century΄΄- «Το σύννεφο της καταιγίδας του 19ου αιώνα» (1884), μια ιδιάζουσα αντίληψη των πραγμάτων, η οποία ήταν γνήσια ρομαντική, αδιάλλακτα αντινεωτερική και επηρέασε αρκετούς στοχαστές. Ο Ράσκιν αναπόλησε την εποχή της μεσαιωνικής γοτθικής τέχνης, όπου ο ουρανός ήταν ιερός και ο κόσμος μαγεμένος. Υποστήριξε ότι μοναχά η μαγεία αυτού του γοτθικού κόσμου μπορούσε να διεγείρει τις δημιουργικές δυνατότητες της φαντασίας και να οδηγήσει στην μεγάλη τέχνη. Η κορωνίδα της τέχνης είναι η γοτθική τέχνη και σε αυτήν συμπυκνώνονται η συμπάθεια με την φύση και η πλησμονή της φαντασίας(27). Παράλληλα, το νοσταλγικό αυτό παρελθόν προσφέρει την εικόνα μιας ανθρώπινης κοινότητας, ενωμένης με δεσμούς αλληλεγγύης και αγάπης. Οι αδελφικοί δεσμοί της κοινότητας αυτής συνοδεύονται από την απόλυτη υπακοή στον αρχηγό. Ο πόλεμος και η αυστηρή διοίκηση είναι δημιουργοί αξιών και η αφοσίωση στη δίκαιη εξουσία είναι θεμελιώδης αρχή της φύσης του αρχαίου και του μεσαιωνικού μεγαλείου.

Το 1851 ο Ράσκιν αρχίζει να υποστηρίζει και να προβάλλει στους πνευματικούς κύκλους της Βρετανίας την Προραφαηλιτική Αδελφότητα. Η αδελφότητα αυτή είχε ιδρυθεί από τον ποιητή και ζωγράφο Γκάμπριελ Ντάντε Ροσέτι το 1848 στην Αγγλία. Στην Αδελφότητα συμμετείχαν οι ζωγράφοι Γουίλιαμ Χαντ και Έβερετ Μιλλαί, ο γλύπτης Τόμας Γούλνερ, ο αδελφός του Ροσέτι, Ουίλιαμ Μάικελ και άλλοι στοχαστές. Η Αδελφότητα ονομάστηκε Προραφαηλιτική γιατί επηρεάστηκε από τους ζωγράφους του 14ου και του 15ου αιώνα μ.Χ, που προηγούνταν του Ραφαήλ. Υποστήριξε ότι στην τέχνη σκοπός είχε την κατάκτηση της πρωταρχικής καθαρότητας της μορφής, μέσα από μια θρησκευτική αντίληψη της φύσης. Τα λογοτεχνικά πρότυπα των προραφαηλιτών ήταν ο Δάντης, οι λαϊκές μπαλάντες, οι κέλτικοι μύθοι και η λογοτεχνία του φανταστικού εν γένει. Το 1850 δημιουργήθηκε το περιοδικό της Αδελφότητας, που έφερε τον τίτλο «Ο Σπόρος».

Ο Γκάμπριελ Ντάντε Ροσέτι αποτέλεσε τον ηγέτη της ομάδας και τον σημαντικότερο εκφραστή του πνεύματός της. Ο σπουδαίος αυτός Άγγλος καλλιτέχνης εικονογράφησε τους θρύλους του βασιλιά Αρθούρου και έργα των Σαίξπηρ και Δάντη. Συνδύασε την ποίηση και την ζωγραφική, εκφράζοντας την ονειρική ατμόσφαιρα, τον υποβλητικό ρομαντισμό και τη δύναμη της συγκίνησης. Το 1862 πέθανε από υπερβολική χρήση λαυδάνου η γυναίκα του Ροσέτι, Ελίζαμπεθ Σιντάλ. Ο Ροσέτι έθαψε μαζί με το πτώμα της γυναίκας του το μοναδικό ολοκληρωμένο χειρόγραφο των ποιημάτων του. Το 1869 ξέθαψε το χειρόγραφο και το 1870 εξέδωσε το έργο «Ποιήματα». Σπουδαία ποιήματά του υπήρξαν «Η ευλογημένη δεσποινίδα», «Το σπίτι της ζωής», «Ρέμβη», «Τα όρια της θάλασσας» και άλλα. Αφού έζησε για πολλά χρόνια απομονωμένος με συντροφιά τα αγαπημένα του κατοικίδια, πέθανε το 1882, ένα χρόνο μετά την έκδοση της δουλειάς του που έφερε τον τίτλο «Μπαλάντες και Σονέτα».

Το 1856 εντάχθηκαν στην Προραφαηλιτική Αδελφότητα ο Έντουαρντ Μπερν Τζόουνς και ο Γουίλιαμ Μόρρις, δίνοντάς της έναν χαρακτήρα κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά του υλισμού και της βιομηχανικής παραγωγής. Η ομάδα άρχισε να εκφράζει ένα πνεύμα με ξεκάθαρα ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, το οποίο τις χάρισε υποστηρικτές και από τους χώρους της πολιτικής διανόησης. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι υποστηρικτές της ήταν κατά κύριο λόγο αντινεωτεριστές, που ασφυκτιούσαν μέσα στα πλαίσια του μοντέρνου κόσμου. Ωστόσο, το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι ότι ορισμένοι προέρχονταν από τον χώρο του ριζοσπαστικού συντηρητισμού και του εθνικισμού, ενώ οι υπόλοιποι από εκείνον της άκρας αριστεράς! Πηγές αυτής της σύγκλισης υπήρξαν οι δυο πυρήνες της πολιτικής σκέψης που εξέφρασε η Αδελφότητα. Ο δεξιός, που δομήθηκε με βάση τους πολιτικούς και κοινωνικούς στοχασμούς του Τζων Ράσκιν και ο αριστερός, που βασίστηκε σε εκείνες του Γουίλιαμ Μόρρις.

Ο ερχομός του Γουίλιαμ Μόρρις αποτέλεσε τομή για την Αδελφότητα και πολύ σημαντικό γεγονός για την λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Μόρρις ήταν συγγραφέας, καλλιτέχνης και πολιτικός στοχαστής. Αποτέλεσε έναν από τους κορυφαίους δημιουργούς της φανταστικής λογοτεχνίας και καταπιάστηκε με τη δημιουργία παραμυθιών και ηρωικών επών. Το πρώτο σημαντικό γεγονός που έφερε η παρουσία του στα πνευματικά δρώμενα ήταν η υποστήριξη του επικού φανταστικού μυθιστορήματος. Βασιζόμενος στην μεσαιωνική και στην ομηρική αισθητική, ο Μόρρις επανέφερε το ηρωικό έπος στο προσκήνιο, ανοίγοντας το δρόμο για τη γέννηση του λεγόμενου «sword’n sorcery», δηλαδή του ενός από τα κυριότερα ρεύματα της σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού. Είναι ευρέως γνωστό ότι ο Μόρρις αποτέλεσε μια από τις βασικές επιρροές του Τόλκιν και καθόλου άδικα, πολλοί τον θεωρούν ως τον πατέρα της νεότερης επικής φανταστικής λογοτεχνίας.

Το δεύτερο σημείο που αξίζει προσοχής είναι οι πολιτικές του απόψεις. Ο Μόρρις στράφηκε προς τον σοσιαλισμό και έγινε ιδρυτικό μέλος του «Σοσιαλιστικού Συνδέσμου». Εξέφρασε μια ιδιότυπη μορφή αριστερής πολιτικής σκέψης, αφού δήλωνε ανυποχώρητος κομμουνιστής και μαχητικός «κόκκινος», ενώ ταυτόχρονα καταδίκαζε τον υλισμό, δεν αποδεχόταν τον Μαρξ και πίστευε ότι οι μηχανές αποτελούσαν τον κύριο λόγο των σκληρών συνθηκών ζωής της αγγλικής εργατικής τάξης. Το αίτημα του ήταν η επιστροφή στο πνεύμα των μεσαιωνικών συντεχνιών, όταν τα προϊόντα κατασκευάζονταν με καλλιτεχνική αγάπη από τους τεχνίτες καλλιτέχνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μόρρις ήταν προσωπικός φίλος και συνομιλητής του Τζων Ράσκιν, χωρίς οι πολιτικές τους διαφορές να επηρεάσουν την φιλία τους (το αντίθετο μάλιστα, η ανταλλαγή επιρροών είναι δεδομένη), και ότι αποτέλεσε την πρώτη περίπτωση συγγραφέα, που καταπιάστηκε με το κεντρικότερο ρεύμα της λογοτεχνίας του φανταστικού και ήταν κομμουνιστής. Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα κεφάλαια, λογοτέχνες που δεν ήταν συντηρητικοί ή εθνικιστές υπήρχαν ήδη στους κόλπους του Ρομαντισμού. Μπορεί να αποτελούσαν την μειοψηφία, εντούτοις υπήρχαν και έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Ωστόσο, εκείνοι ήταν φιλελεύθεροι, αναρχοφιλελεύθεροι και ελευθεριακοί στοχαστές. Το ιδιαίτερο της περίπτωσης του Μόρρις είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο κομμουνιστή (ίσως και τον μοναδικό μέχρι σήμερα) λογοτέχνη του φανταστικού, που δεν καταπιάστηκε με ένα οποιοδήποτε ρεύμα του ευρύτερου πεδίου, αλλά με το πιο κεντρικό και το πλέον διαχρονικό, με αυτό που παραδοσιακά είχε (και έχει) ταυτιστεί με μια αριστοκρατική και εγωκεντρική αντίληψη των πραγμάτων, δηλαδή με το ηρωικό έπος(28)!

Πάντως, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η πολιτική συγκρότηση και η φύση των ιδεών της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας έχουν σημασία για εμάς, ως αναγνώστες και θεωρητικούς της λογοτεχνίας του φανταστικού. Για την πολιτική και ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων της εποχής τους δεν ήταν τόσο σημαντικές, γιατί, όπως προαναφέραμε, μετά το κλείσιμο του ρομαντικού κύκλου, οι αναγνώστες τους ύστερους ρομαντικούς τους αντιμετώπιζαν κυρίως ως λογοτέχνες του φανταστικού και όχι ως πολιτικούς στοχαστές. Η πολιτική πραγματικότητα και η ιστορική εξέλιξη διαμορφωνόταν από την βούληση, τις ιδέες και τις πρακτικές των εκφραστών της νεωτερικότητας.

Το τρίτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί σχετικά με τον Μόρρις είναι η σύνδεση της λογοτεχνικής του πορείας με την γενικότερη εξέλιξη της λογοτεχνίας του φανταστικού. Όπως είπαμε και πιο πριν, η χρονική περίοδος ανάμεσα στα 1850 και 1875, υπήρξε πολύ κρίσιμη για την φανταστική λογοτεχνία. Το διάστημα των ετών αυτών αποτέλεσε τη γέφυρα για το άνοιγμα του τέταρτου φανταστικού λογοτεχνικού κύκλου. Υποστηρίζουμε, δηλαδή, ότι η μικρή διάρκεια αυτής της περιόδου και η σύμπνοια που παρουσιάζει με τον τρίτο και τον τέταρτο κύκλο, μας κάνουν να μην μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα έργα που παρουσιάστηκαν εντός της ως μακροσκελείς συνδέσμους των δυο κύκλων. Ουσιαστικά πρόκειται για το σημείο της κοινής επαφής του τρίτου και του τέταρτου φανταστικού κύκλου, δηλαδή για μια απευθείας μετάβαση. Ο ρομαντικός κύκλος είναι κάτι το διαφορετικό από τον τέταρτο κύκλο της φανταστικής λογοτεχνίας. Εντός των πλαισίων του Ρομαντισμού η λογοτεχνία του φανταστικού αφομοιώθηκε στους κόλπους μιας ευρύτερης κοσμοαντίληψης. Στον τέταρτο κύκλο δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα από το 1850 μέχρι το 1875 αποτέλεσε κάτι το ενδιάμεσο. Από τη μια διατήρησε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του Ρομαντισμού μέσω της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας και από την άλλη σηματοδότησε κάποιες από τις αλλαγές που θα γίνονταν ορατές στον τέταρτο κύκλο. Καταληκτικά, αυτό που υποστηρίζουμε είναι ότι ο ρομαντικός κύκλος και ο κύκλος της νεώτερης και σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας ενώνονται απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους μακροσκελείς συνδέσμους, πράγμα που συνέβη στους προηγούμενους κύκλους. Την τομή για την μετάβαση στον τέταρτο κύκλο αποτέλεσε το έργο του Γουίλιαμ Μόρρις.

Πριν περάσουμε στην περιγραφή αυτής της τομής, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο έτερο σημαντικό γεγονός που έλαβε χώρα στο μεσοδιάστημα του 1850-1875, το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την δυναμική άνοδο του ρεύματος της επιστημονικής φαντασίας μέσα από την πένα του Ιουλίου Βερν. Σίγουρα υπάρχουν αναγνώστες που πιστεύουν ότι ο Ιούλιος Βερν ήταν απλά ένας εκφραστής του θετικιστικού πνεύματος της νεωτερικότητας. Μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική μπορούμε να πούμε ότι έχουν δίκιο. Ωστόσο, μέσα από το πρίσμα της ιστορίας και της θεωρίας της φανταστικής λογοτεχνίας που ακολουθούμε εμείς, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Βερν για εμάς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές του λογοτεχνικού πεδίου που αποκαλούμε φανταστική λογοτεχνία και η επιστημονική φαντασία μια από της βασικές του συνιστώσες. Εξάλλου, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας(29), μέσα στο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε, έγραψε και έργα με χαρακτήρα αμιγώς αντινεωτερικό και ρομαντικό, όπως για παράδειγμα το «Ο μάστρο-Ζαχαρίας».

Ας έρθουμε όμως στην στιγμή όπου το έργο του Γουίλιαμ Μόρρις σηματοδότησε το πέρασμα στη νεότερη εποχή της λογοτεχνίας του φανταστικού και στο άνοιγμα του τέταρτού της κύκλου, του κύκλου της νεώτερης και σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας. Το 1875 ο Μόρρις μετέφρασε στα αγγλικά την «Αινειάδα», ενώ το 1876 δημοσίευσε το έργο του που έφερε τον τίτλο «Η ιστορία του Σίγκουρντ, ο Βόλσουνγκ και η πτώση των Νιμπελούνγκεν». Στη συνέχεια μετέφρασε τις ισλανδικές σάγες και την «Οδύσσεια» (1887). Το 1896 δημοσίευσε το σπουδαίο του έργο «Το πηγάδι στο τέλος του κόσμου». Όπως προαναφέραμε στα έργα του Μόρρις διακρίνουμε ανάμικτα στοιχεία παραμυθιού και ηρωικού έπους. Οι θρύλοι που διηγήθηκε είναι μαγευτικοί και περιπετειώδεις και η συμβολή του συγγραφέα τους στη νεότερη λογοτεχνία του φανταστικού εξόχως σημαντική.

Κάπου εκεί τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν το δρόμο τους. Το 1879 δημοσιεύτηκε η πρώτη δουλειά του Μπραμ Στόουκερ, ενώ μερικά χρόνια αργότερα τον ακολούθησε και ο φίλος του Όσκαρ Ουάιλντ, που -όσον αφορά τη δημιουργική του πλευρά που είχε να κάνει με την φανταστική λογοτεχνία- αποτέλεσε το δημιουργό όμορφων παραμυθιών και ποιοτικών μυθιστορημάτων. «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας», «Το φάντασμα των Κάντερβιλ», «Ο αφοσιωμένος φίλος» και «Ο νεαρός βασιλιάς» αποτέλεσαν παραμύθια που γράφτηκαν με διδακτική διάθεση, κριτική ματιά και μεγάλη ευαισθησία. Το 1891 ο Ουάιλντ χάρισε στην παγκόσμια λογοτεχνική ιστορία το κορυφαίο του έργο που έφερε τον τίτλο «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη».

Την ίδια εποχή έλαμψε και το αστέρι ενός ακόμη Βρετανού λογοτέχνη, του Σκοτσέζου Ρόμπερτ Λ. Στήβενσον, γεγονός που πιστοποίησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Βρετανίας στα δρώμενα του τέταρτου κύκλου. Ο Στήβενσον έμεινε στην ιστορία ως ο δημιουργός του περιπετειώδους πειρατικού μυθιστορήματος με τον τίτλο «Το νησί των θησαυρών»(1883) και του γοτθικού «Δόκτωρ Τζέκυλ και κύριος Χάϊντ» (1886). Εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος παρουσίασε τα πρώτα δείγματα της δουλειάς του ο καταπληκτικός Άρθουρ Μάχεν, ενώ το 1895 έκανε την εμφάνισή του και ο Ρόμπερτ Τσέημπερς με το «Ο βασιλιάς με τα κίτρινα». Ο Μάχεν και ο Τσέημπερς αποτέλεσαν κληρονόμους της μυθοπλαστικής φιλοσοφίας των Γερμανών ρομαντικών Νοβάλις και Ε.Τ.Α Χόφμαν, οι οποίοι δημιούργησαν στα πλαίσια της λογοτεχνίας του φανταστικού τρόμου ένα ιδιαίτερο ρεύμα. Το ρεύμα αυτό συμπύκνωσε την ατμόσφαιρα της γοτθικής νουβέλας με τον υποβλητικό ρεαλισμό. Ο μαγικός αυτός ρεαλισμός πλάστηκε μέσα στην λογοτεχνική ιδιοφυΐα των Μάχεν και Τσέημπερς, για να καταλήξει στη δημιουργία διηγημάτων που προσέγγισαν το φανταστικό μέσα από κοσμικούς εφιάλτες και εξωλογικούς τρόμους, τους οποίους γεννούσαν αλλόκοτες υπάρξεις και αόρατες απειλές.

Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε να κάνουμε και στον Ιταλό Κάρλο Κολλόντι. Κύρια προσφορά του Κολλόντι στην λογοτεχνία του φανταστικού υπήρξε ένα σκοτεινό παραμύθι, στο οποίο πρωταγωνίστησε ένας από τους πιο επιτυχημένους λογοτεχνικούς χαρακτήρες που υπήρξαν ποτέ, δηλαδή ο Πινόκιο (1881). Ωστόσο, το σπουδαιότερο κατά πολλούς γεγονός στον χώρο του γοτθικού μυθιστορήματος και της φανταστικής λογοτεχνίας στο σύνολό της, ήταν η έκδοση του «Δράκουλα» από τον Μπραμ Στόουκερ το 1897. Τέλος, μια ακόμη παρουσία αυτής της εποχής στην οποία πρέπει να αναφερθούμε είναι εκείνη του Χέρμπερτ Τζωρτζ Γουέλς. Ο Γουέλς αποτέλεσε έναν πολυγραφότατο λογοτέχνη που έμεινε στην ιστορία λόγω των ωραίων μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας που μας χάρισε. Τρία από τα σημαντικότερα έργα του ήταν «Το νησί του Δόκτορος Μορώ» (1896), «Ο αόρατος άνθρωπος» (1897) και «Ο πόλεμος των κόσμων» (1898). Ο Γουέλς υπήρξε άνθρωπος με βαθύτατες ανησυχίες και έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που είχε η διαστρεβλωμένη έννοια της προόδου και η λατρεία της τεχνολογικής ανάπτυξης, σε εποχές που ελάχιστοι μπορούσαν να αντιληφθούν πόσο βάσιμοι ήταν οι φόβοι του. Ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, έγινε μέλος αριστερών οργανώσεων, αλλά αποχώρησε σχετικά σύντομα. Το 1909 γυρίστηκε στη Γαλλία η ταινία «Ο αόρατος κλέφτης» που ήταν βασισμένη στον «Αόρατο άνθρωπο», ενώ το 1932 έγιναν ταινίες «Το νησί του Δόκτορος Μορώ» με τον κινηματογραφικό τίτλο «Το νησί των χαμένων ψυχών» και «Ο αόρατος άνθρωπος». Τον Οκτώβριο 1938 ο ηθοποιός Όρσον Γουέλες έκανε στον ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης μια εκπομπή αφιερωμένη στο «Ο πόλεμος των κόσμων», η οποία έμεινε στην ιστορία για την επιτυχία της, καθώς η πειστικότητά της ήταν τέτοια που έκανε τον κόσμο να πιστέψει ότι οι κάτοικοι του πλανήτη Άρη είχαν όντως εισβάλει στη γη.

Όπως γίνεται κατανοητό, μέχρι την αυγή του 20ου αιώνα, στο ενεργητικό του τέταρτου κύκλου της φανταστικής λογοτεχνίας είχαν καταγραφεί αριστουργηματικά έργα. Η συνέχεια υπήρξε το ίδιο δημιουργική και είναι στους περισσότερους αναγνώστες λίγο έως πολύ γνωστή.

Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα αναπτύχθηκαν κάποια πολύ ισχυρά ρεύματα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά ήταν η επική φανταστική λογοτεχνία. Ο Λόρδος Ντάνσανυ αποτέλεσε τον πρώτο σπουδαίο λογοτέχνη αυτού του ρεύματος. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ποιήματα. Όπως μαρτυρά ο τίτλος του ήταν αριστοκράτης, γεννήθηκε το 1878 στο κάστρο των Ντάνσανυ στην Ιρλανδία, υπήρξε δεινός σκακιστής και έγινε αξιωματικός του Βρετανικού στρατού. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόερς και συμμετείχε ως συνταγματάρχης στην υπεράσπιση της Γαλλίας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε πιο μεγάλη ηλικία δίδαξε αγγλική φιλολογία στην Αθήνα. Το 1905 εκδόθηκε η σειρά διηγημάτων του που έφερε τον τίτλο «Οι Θεοί της Πεγκάνα», το 1906 το «Ο χρόνος και οι Θεοί» και το 1908 «Το σπαθί του Βέλεραν». Μέσα από τα έργα αυτά παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό η κοσμογονία του Ντάνσανυ εμπλουτισμένη με αρκετά στοιχεία ηρωικού έπους. Οι θεοί του «τρίτου ημισφαιρίου», που κατοικούν στην μυθική Πεγκάνα, πλαισιώνονται από τους βασιλιάδες και τους ήρωές της, στα πλαίσια πολύ ωραίων διηγημάτων. Το 1922 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα που είχε τον τίτλο «Δον Ροντρίγκεζ: Τα χρονικά της κοιλάδας της Σκιάς» και ακολούθησαν «Η κόρη του βασιλιά της χώρας των ξωτικών» και «Η Ευλογία του Πάνα».

Στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής γεννήθηκε το 1906 ο σπουδαιότερος, κατά πολλούς, λογοτέχνης της ηρωικής φαντασίας. Πρόκειται για τον Ρόμπερτ Χάουαρντ, τον δημιουργό των ιστοριών του «Κόναν του Βάρβαρου» και άλλων ηρώων. Ο Χάουαρντ δεν έζησε σε ένα περιβάλλον πνευματικών ανθρώπων. Η οικογένειά του ήταν μικροαστική, ενώ και ο ίδιος δεν εξελίχθηκε σε συμβατικό άνθρωπο των γραμμάτων. Μπορεί να έγραψε σπουδαία μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες, να ανέπτυξε πλούσια αλληλογραφία, να είχε φιλικές επαφές με τον Λάβκραφτ και άλλους λογοτέχνες, ωστόσο, παράλληλα με αυτές τις πνευματικές του δραστηριότητες, παρέμεινε ένας γυμνασμένος μυώδης άντρας, ένας αθλητής της πυγμαχίας, ένας άνθρωπος με αντινεωτερικές πολιτικές απόψεις τις οποίες υπερασπιζόταν καθημερινά στους δρόμους. Η πολιτική σκέψη και συμπεριφορά του Χάουαρντ ήταν χαρακτηριστική του κλίματος των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Πίστη στην έμφυτη ηθική και αισθητική ανωτερότητα της λευκής φυλής, αντιπάθεια και επιφυλακτικότητα προς τους μετανάστες, πολιτικά οράματα ανατροπής της νεωτερικότητας στο σύνολό της, και βίαιη υποστήριξη των αντιλήψεων αυτών στην καθημερινή ζωή. Οι αντιλήψεις αυτές του Χάουαρντ γίνονται εμφανείς στα έργα του και κυρίως σε όσα αφορούν τον Κόναν. Μέσα σε ένα περιβάλλον δυσπιστίας, δράσης, μυθικών πλασμάτων και χαοτικής βίας, ένας πανύψηλος, μυώδης, γαλανομάτης βάρβαρος περιφέρεται από χώρα σε χώρα και μπλέκεται σε επικές περιπέτειες που του χαρίζουν δόξα. Κέντρο βάρους του χαρακτήρα αυτού αποτελεί η δύναμη. Η δύναμη της θέλησης και η δύναμη των ατσάλινων μυώνων. Ο «Κόναν» χάρισε στον Χάουαρντ τεράστια αναγνώριση. Περίπου μισό αιώνα μετά τον θάνατο του (πέθανε το 1936) έγινε πολύ επιτυχημένη εικονογραφημένη νουβέλα και κινηματογραφική ταινία.

Επόμενος σπουδαίος συγγραφέας της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Ο Τόλκιν με το «Χόμπιτ» (1937), τον «Άρχοντα των δακτυλιδιών» (1954), και με το «Σιλμαρίλλιον» που εκδόθηκε το 1977, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, κατέστη ο διασημότερος, ίσως, λογοτέχνης του φανταστικού. Ο Άγγλος λογοτέχνης έγραψε ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια, αλλά έμεινε στην ιστορία για τα μακροσκελή, μεγαλόπνοα μυθιστορήματα, στα οποία συνδύασε τις επικές περιγραφές ηρωικών μαχών, την ρομαντική περιγραφή που αναδεικνύει την μαγεία της φύσης, την μέθεξη στην ατμόσφαιρα μεσαιωνικών και μυθολογικών εποχών, και την συναισθηματική πλήρωση τη αφήγησης ενός παραμυθιού.

Κατά τη δεκαετία του 1960 εμφανίστηκαν στο προσκήνιο δυο ακόμη σημαντικοί λογοτέχνες. Πρόκειται για τον Μάικλ Μούρκοκ και την Ούρσουλα Λε Γκεν. Εκφραστές και οι δυο ενός νέου πνεύματος στον χώρο της ηρωικής λογοτεχνίας, προερχόμενοι από τον πολιτικό χώρο της αναρχίας και εμπνεόμενοι από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 1960, πρόκριναν καινοτομίες στην θεματολογία των έργων και σηματοδότησαν την επαφή του κοινού της μουσικής ροκ με την λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Μούρκοκ έγραψε δεκάδες έργα, αλλά μνημειώδη δημιουργία του αποτελεί η προσέγγιση του «Αιωνίου Προμάχου», που έλαβε χώρα μέσα από την εξιστόρηση των περιπετειών του «Έλρικ του Μελνιμπονέ», του «Κόρουμ», του «Χόκμουν» και του «Ερεκόζι». Σημαντικό έργο της Λε Γκεν είναι το «Έπος της Γαιοθάλασσας».

Στις μέρες μας υπάρχουν αρκετοί δημοφιλείς συγγραφείς της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι ο Ρ. Α. Σαλβατόρε, ο Γκάμπριελ Κέυ, ο αείμνηστος Ντέηβιντ Γκέμελ, ο Τέρυ Μπρούκς, ο Τζωρτζ Μάρτιν, οι Μάργκαρετ Γουέης και Τράησυ Χίκμαν.

Αφήνοντας την επική λογοτεχνία του φανταστικού και περνώντας σε ένα ακόμη ισχυρό ρεύμα του τέταρτου κύκλου, θα εισέλθούμε στα πλαίσια του παιδικού παραμυθιού. Όπως προαναφέραμε, η συνειδητή και απόλυτη λογοτεχνική ταύτιση των παραμυθιών με την φανταστική λογοτεχνία αποτελεί μια παράδοση που γεννήθηκε μέσα στα πλαίσια του ρομαντισμού. Συνεχιστές αυτής της παράδοσης κατά τον 20ο αιώνα υπήρξαν οι παραμυθάδες Φρανκ Μπάουμ με το «Ο θαυμαστός μάγος του Οζ» (1900) και ο Τζέημς Μπαρί με τον «Πήτερ Παν» (1904). Ο Κ. Σ. Λιούις στο «Χρονικό της Νάρνια» έγραψε μυθιστορήματα που ισορρόπησαν ανάμεσα στο παραμύθι και στο ηρωικό έπος. Σήμερα, ιδιαιτέρως δημοφιλείς είναι η Τζεην Ροουλινγκ, ο Νιλ Γκάιμαν και ο Φίλιπ Πούλμαν. Η Ρόουλινγκ ακολουθεί την συνταγή του Λιούις, με αποτέλεσμα ο μικρός της μάγος «Χάρρυ Πότερ» να δραστηριοποιείται σε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον, το οποίο συγχωνεύει την ατμόσφαιρα του παραμυθιού και του ηρωικού έπους. Ο Πούλμαν από την άλλη, στην «Τριλογία του κόσμου» συμπυκνώνει στη γραφή του στοιχεία ηρωικού έπους, παραμυθιού και πρώιμης επιστημονικής φαντασίας, παρουσιάζοντας ένα αριστουργηματικό αποτέλεσμα.

Ωστόσο, το ρεύμα του τέταρτου κύκλου της λογοτεχνίας του φανταστικού που αποτελεί γνήσιο τέκνο του ρομαντισμού, είναι εκείνο της λογοτεχνίας του τρόμου. Με κύριους εκφραστές, κατά τον 20ο αιώνα, δυο ανυπέρβλητους συγγραφείς, τον Άρθουρ Μάχεν και τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, η λογοτεχνία του τρόμου κατέστη ένα από τα κυρίαρχα πλαίσια του ευρύτερου πεδίου της φανταστικής λογοτεχνίας. Ο Ουαλός Άρθουρ Μάχεν είχε κάνει την παρουσία του αισθητή από τα τέλη του 19ου αιώνα με τα καταπληκτικά «Ο μέγας θεός Παν» και «Το ενδόμυχο φως» (1895). Άλλα σημαντικά έργα του ήταν «Ο λευκός κόσμος» (1906), «Το κόκκινο χέρι» (1906), «Η μεγάλη επιστροφή» (1915), «Η λαμπερή πυραμίδα» (1924). Ο Λάβκραφτ κινήθηκε στο ίδιο ύφος με τον Μάχεν, γράφοντας ποιήματα και νουβέλες στο αληθοφανές περιβάλλον των οποίων ζωντάνεψαν απόκοσμοι φόβοι και μυθολογικοί εφιάλτες. Σπουδαία έργα του υπήρξαν «Το ασημένιο κλειδί» (1926), «Το παράξενο ψηλό σπίτι στην καταχνιά» (1926), «Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ» (1927), το «Πέρα από τις πύλες του ασημένιου κλειδιού» (1932), «Το πλάσμα στο κατώφλι» (1933) και άλλα. Επιπλέον, ανέπτυξε πλούσιο επιστολογραφικό έργο, καταπιάστηκε με την θεωρία και την προβολή της φανταστικής λογοτεχνίας στο σύνολό της και βοήθησε πολλούς νεαρούς λογοτέχνες του χώρου να δημοσιεύσουν τα έργα τους σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Έζησε στην αφάνεια επιδεικνύοντας σεμνότητα και ακολουθώντας έναν λιτό τρόπο ζωής. Πέθανε το 1937 σε ηλικία 47 ετών, αφήνοντας στον κόσμο του φανταστικού μια ανεπανάληπτη κληρονομιά. Σήμερα, οι αναγνώστες της φανταστικής λογοτεχνίας τον αναγνωρίζουν ως έναν από τους ποιοτικότερους δημιουργούς. Ακόμη και οι αντιστάσεις των καθωσπρεπιστών της ακαδημαϊκής διανόησης και της πλειοψηφίας των -«υποτίθεται»- εγκρίτων κριτικών λογοτεχνίας, που παραδοσιακά τον έχουν αντιμετωπίσει με επιφύλαξη –εν πολλοίς, λόγω των εθνικιστικών και φυλετικών του απόψεων- έχουν αρχίσει να κάμπτονται και να του αποδίδουν κάτι από ό,τι πραγματικά του αξίζει.

Πνευματικό τέκνο του Λάβκραφτ και σημαντικός εκφραστής αυτού του ρεύματος της φανταστικής λογοτεχνίας υπήρξε και ο Κλαρκ Άστον Σμιθ. Ο Σμιθ ξεκίνησε γράφοντας ποιήματα, αλλά στην φανταστική λογοτεχνία άφησε το στίγμα του με τις δέκα ιστορίες της «Υπερβορείας». Ακολούθησαν κι άλλοι συγγραφείς τους οποίους οφείλουμε να αναφέρουμε όπως ο υπέροχος Κλάιβ Μπάρκερ, ο Γκράχαμ Μάστερτον, ο Τομ Ρόμπινς, ο Στέφεν Κινγκ. Όλοι τους, με εξαίρεση τον Μάστερτον, έγραψαν λογοτεχνία φαντασίας και τρόμου με πολλές επιρροές από ηρωική λογοτεχνία, από επιστημονική φαντασία, από παραμύθια και από ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους. Αντιθέτως, ο Μάστερτον αποτελεί δημιουργό με πιο στενό προσανατολισμό προς τα μυθιστορήματα τρόμου.

Ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ρεύμα του τέταρτου κύκλου της φανταστικής λογοτεχνίας αποτέλεσε και η επιστημονική φαντασία. Με σύμμαχο τις τεχνολογικές εξελίξεις και με φόντο τα πρώτα διαστημικά ταξίδια του ανθρώπου, η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας βρήκε εύφορο έδαφος ανάπτυξης κατά τον 20ο αιώνα. Μια σειρά από εξαιρετικούς δημιουργούς χάρισαν στο αναγνωστικό κοινό ανεπανάληπτες δουλειές. Τέτοιοι ήταν ο Άρθουρ Κλαρκ με έργα όπως τα «Νησιά στον ωκεανό» (1952), «Οι επικυρίαρχοι» (1953), «2001; Η οδύσσεια του διαστήματος» (1968), «Ραντεβού με τον Ράμα» (1972), ο Φρανκ Χέρμπερτ με το εξάτομο έπος του «Ντιούν», ο Ρόμπετ Χάινλαϊν με τα «Στρατιώτες του σύμπαντος» (1959), «Ξένος σε ξένη χώρα» (1961), ο Ισαάκ Ασίμωφ με τη «Γαλαξιακή Αυτοκρατορία» και ο Φίλιπ Ντικ με τα «Ο Αντίστροφος Κόσμος» (1967), «Το ηλεκτρικό πρόβατο» (1968), «Ούμπικ» (1969), «Θεϊκή εισβολή» (1981). Άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς ήταν ο Άλφρεντ Μπέστερ, ο Κερτ Βόννεγκατ και ο Α.Ε. Βαν Βογκτ.

Ένα ακόμη ρεύμα που γεννήθηκε στα πλαίσια του ρομαντισμού και ισχυροποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, αποκτώντας μάλιστα μεγάλη δημοφιλία στις μέρες μας, είναι το ιστορικό μυθιστόρημα. Οι Ουμπέρτο Έκο, Νταν Μπράουν, Μ. Κ. Φορντ και Στήβεν Πρέσφιλντ αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιτυχημένων λογοτεχνών που έγραψαν ωραία ιστορικά μυθιστορήματα.

Τελειώνοντας την αναφορά μας στα σημαντικότερα ρεύματα του κύκλου της νεότερης και σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού, θα σταθούμε και στις εικονογραφημένες νουβέλες (comics). Με ρίζες στον Ρομαντισμό και την αρχή της ανάπτυξής του στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το comic κατέστη εξαιρετικά δημοφιλές κατά τον 20ο. Με επίκεντρο αρχικά τις Η.Π.Α, όπου και γεννήθηκαν διάσημοι υπερήρωες όπως ο Batman, ο Superman, ο Flash Gordon, ο Hulk και ο Daredevil, και αργότερα κάποιες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία, που μας χάρισαν ήρωες όπως ο Μπλεκ, ο Λούκυ Λουκ και ο Αστερίξ, η εικονογραφημένη νουβέλα έγινε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά είδη και κατέκτησε τις καρδιές μικρών και μεγάλων.

Επισκοπώντας τον κύκλο της νεότερης και σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ήρθε στο προσκήνιο μέσω κάποιου ξαφνικού ξεσπάσματος. Αντίθετα, ξεκίνησε μια πορεία υπόγεια και συνάμα σταθερή. Υπόγεια γιατί κινήθηκε, από το 1875 κι έπειτα, κάτω από τα εκάστοτε επικρατούντα ρεύματα της μόδας και σταθερή, γιατί δεν παρουσίασε εξάρσεις και υποχωρήσεις, αλλά έναν ακλόνητο ρυθμό ανάπτυξης. Σήμερα, το πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας είναι πολυμερές και στους κόλπους του συμπλέκονται δεκάδες διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα.

Σημαντική εξέλιξη που έλαβε χώρα στα πλαίσια του τέταρτου κύκλου είναι η δυναμική επαναφορά του ηρωικού στοιχείου στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Είναι πράγματι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πλέον αρχαϊκό στοιχείο της φανταστικής λογοτεχνίας κατέστη πανίσχυρο κατά την εποχή του μοντέρνου κόσμου. Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει την εσωτερική κι αισθητική αντίθεση που εκφράζει η φανταστική λογοτεχνία προς την εποχή της νεωτερικότητας.

Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νεότερης φανταστικής λογοτεχνίας είναι η κυριαρχία της πεζογραφίας και ο μαρασμός της ποίησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η λογοτεχνική έκφραση που διατήρησε τη φλόγα του φανταστικού πολιτισμού αναμμένη για χιλιετίες, υποχώρησε μετά το κλείσιμο του ρομαντικού κύκλου.

Μαζί με την ποίηση εγκατέλειψε την φανταστική λογοτεχνία και η Γερμανία! Η χώρα που αποτέλεσε την μητρόπολη του ρομαντισμού και που γονιμοποίησε το πεδίο του φανταστικού με εξέχουσες δημιουργίες, μετά το 1850 άρχισε σταδιακά να σιωπά. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε κάτι τέτοιο ως αναμενόμενο για την εποχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επειδή έπειτα από την ήττα πάρθηκε η συλλογική απόφαση απ’ όλους τους ισχυρούς πολιτικούς και πνευματικούς πόλους, η οποία πρόβλεπε τον μετασχηματισμό του γερμανικού πολιτισμού στο σύνολό του, με την αιτιολογία ότι οι ρίζες του ήταν αντινεωτερικές και προσανατόλιζε τις επιλογές των Γερμανών σε πεδία εθνικιστικών αντιλήψεων και χαρισματικών ηγετών, δεν είναι εύκολο να δικαιολογηθεί η υποχώρηση που είχε λάβει χώρα μέχρι το 1945. Το αποτέλεσμα αυτής της υποχώρησης ήταν η κυριαρχία του αγγλοσαξονικού κόσμου εντός των πλαισίων της λογοτεχνίας του φανταστικού.

Θα πρέπει, τέλος, να αναφέρουμε ότι η νεότερη φανταστική λογοτεχνία συνδέθηκε με διάφορες καλλιτεχνικές εκφράσεις. Ζωγράφοι όπως οι Boris Valleho, Frank Frazzeta, Dorian Cleavenger, Luis Royo, John Howe και άλλοι πολλοί(30), δημιούργησαν και δημιουργούν έργα τα οποία αποτελούν την εικαστική προέκταση της λογοτεχνίας του φανταστικού. Κατά τον 20ο αιώνα, έγινε και το επιτυχημένο πάντρεμα της φανταστικής λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, πράγμα που οδήγησε στις σύγχρονες φανταστικές κινηματογραφικές υπερπαραγωγές. Επιπλέον, σε μυθιστορήματα και εικονογραφημένες νουβέλες βασίστηκαν αμέτρητα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αντιθέτως, τα παιχνίδια ρόλων και τα επιτραπέζια παιχνίδια, επηρεάστηκαν αλλά και επηρέασαν την λογοτεχνία του φανταστικού. Από την αναφορά μας αυτή δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα μουσικά κομμάτια που είναι βασισμένα σε έργα της φανταστικής λογοτεχνίας. Τέτοια κομμάτια ανιχνεύονται στις μέρες μας κυρίως στο σκληρό ήχο της heavy metal σκηνής.


Υποσημειώσεις

25) Άλλος ένας λογοτέχνης που εγκατέλειψε τον Ρομαντισμό και την λογοτεχνία του φανταστικού, αρχίζοντας να γράφει ρεαλιστικά μυθιστορήματα ήταν ο Κάρολος Ντίκενς.
26) Maurice Nadeau, Ιστορία του Σουρεαλισμού, εκδ. Πλέθρον, 1978.
27) Michael Lowy- Robert Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία, Εναλλακτικές εκδόσεις, 1999
28) Ακόμη και οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες που συγκρότησαν τον αριστερό πόλο του «sword’n sorcery», όπως ο Μάικλ Μούρκοκ και η Ούρσουλα Λε Γκεν, προέρχονται από τον χώρο της αναρχίας και όχι του κομμουνισμού. Ωστόσο, και ο Μόρρις διαγράφτηκε τελικά από τον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο, επειδή οι ιδέες του είχαν ρομαντικό υπόβαθρο και όχι μαρξιστικό.
29) Στα πλαίσια των ιδεολογικών αλλαγών που συντελέστηκαν στους κόλπους των συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και ο Ιούλιος Βερν αποτέλεσε στοχαστή με αρκετές αριστερές πολιτικές επιρροές. 30) Μια ματιά στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο http://www.aumania.it/ θα μας φέρει ενώπιον ενός πραγματικά μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών της φαντασίας.

Σταμάτης Μαμούτος
Απόφοιτος Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Πειραιά,
Απόφοιτος Ελευθέρου Πανεπιστημίου της Στοάς του βιβλίου
(σειρά μαθημάτων για τη λογοτεχνία: Από τον ρομαντισμό στον μεταμοντερνισμό-οι περιπέτειες του λογοτεχνικού θεσμού)
Φοιτητής Ε.Κ. Πανεπιστημίου Αθηνών,
Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης.
Πρόεδρος Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ

Doctor WHO
Το χρονικό των Αρχόντων του Χρόνου κι ο Δόκτορας
του Δημήτρη Σιάβα

Λίγο πριν την οριστική ήττα των γήινων εμφανίστηκε από το πουθενά, ξαφνιάζοντας τους πάντες και απλά είπε «Ονομάζομαι Δόκτωρ…Και φυσικά ήρθα, για να ματαιώσω τα σχέδια του Ηγέτη σας…αρχικά σας προσφέρω ειρήνη..». Έχοντας μια χαμογελαστή έκφραση, ένδειξη ίσως του ατρόμητου χαρακτήρα του, κοίταξε τους σαστισμένους και έκδηλα αμήχανους Ντάλεκ, οι οποίοι, αν και ήταν οι πιο ισχυροί μαχητές του σύμπαντος, έμειναν αδρανείς στην θέα του. Κι έπειτα η ματιά του σκοτείνιασε.

Θα μπορούσαν εκείνη την στιγμή οι στρατιώτες Ντάλεκ να τον εξαϋλώσουν, μα το παράστημα του θανάτου, που απόπνευσε ο Δόκτωρ, τους πάγωσε. Ναι, φόβος ήταν αυτό! Πίσω απ’ τις μεταλλικές πανοπλίες τους οι Ντάλεκ ένιωσαν αυτό το συναίσθημα. Γιατί ο προαιώνιος εχθρός έστεκε αμέριμνος εμπρός τους και γνώριζαν απ’ τους θρύλους, πως είχαν ηττηθεί από την ασύλληπτη διάνοιά του στον Πόλεμο του Χρόνου.

«...ή θα σας δώσω τον παγωμένο θάνατο, πιο κρύο κι απ’ το σκοτάδι του διαστήματος. Και θα χαθείτε μέσα στην σκόνη και θα φροντίσω αυτή την φορά, να ξεχαστείτε, για να μην θυμάται κανείς την ύπαρξή σας» είπε ο Δόκτωρ, ολοκληρώνοντας την πρότασή του.

Οι Ντάλεκ μένοντας ακίνητοι και στοχεύοντας τον Δόκτορα, άκουσαν τα λόγια του προαιώνιου εχθρού τους και περίμεναν εντολές, γιατί στόχος τους δεν ήταν ο θάνατός του, αλλά η αποδοχή από μέρος του πως είναι τα ανώτερα όντα και οι νικητές του πολέμου.

Εκεί στόχευσε ο Δόκτωρ. Στην ματαιοδοξία τους.

Ο τελευταίος, ίσως, Άρχοντας του Χρόνου γνώριζε πως τα παίζει όλα για όλα. Ένα λάθος και η Γη θα έμενε απροστάτευτη. Ένα λάθος και ο ίδιος θα χανόταν.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι ενδεικτικό της προσωπικότητας του Δόκτορα, του κεντρικού ήρωα της τηλεοπτικής σειράς «Doctor Who». Όμως στο σημείο αυτό πρέπει η ιστορία να ξεκινήσει από την αρχή.


Το σύμπαν, όπως ξέρουμε, είναι πιθανότατα άπειρο. Στα αμέτρητα συστήματα που περιλαμβάνει ο κόσμος της τηλεοπτικής σειράς υπάρχουν πολλοί πλανήτες με ζωή και πολιτισμό. Άλλοι ειρηνικοί, άλλοι εντελώς αγαθοί και εναρμονισμένοι με το φυσικό σύστημα και άλλοι πολεμοχαρείς, υπηρέτες του κακού, της υπεροψίας και της κατακτητικής εμμονής. Σε αυτόν τον κόσμο ζει ο Δόκτορας. Σύμφωνα με την άποψή μου είναι ένας Άρχοντας συμπονετικός, με αρχές και ιπποτική συμπεριφορά, μα συνάμα και αδιαπραγμάτευτα απόλυτος. Σκληρός σαν πέτρα. Μια πραγματική μάστιγα καταστροφής για όσους επιβουλεύονται την ακεραιότητα των ανά το Σύμπαν ελεύθερων και αδύναμων λαών.

Στα πλαίσια αυτής της σειράς ουσιαστικά ο κεντρικός πλανήτης στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία είναι η Γη. Πάντα ο Δόκτορας πηγαίνει στην Γη, είτε στο μακρινό μέλλον είτε στο ξεχασμένο παρελθόν και σχεδόν όλοι οι σύντροφοι του Δόκτορα είναι από την Γη. Άλλωστε, οι Γήινοι oμοιάζουν πολύ με τους κατοίκους του Gallifrey. Βέβαια, οι εικόνες από τους άλλους πλανήτες και πολιτισμούς είναι εντυπωσιακές και προσηλώνουν τον θεατή στην οθόνη της TV, ιδίως στους τελευταίους κύκλους με τα νέα σκηνικά και την σύγχρονη τεχνολογία.

Όπως προείπαμε, το «Doctor Who» είναι μια βρετανική τηλεοπτική σειρά επιστημονική φαντασίας, που γυρίστηκε και προβλήθηκε από το BBC. Για πρώτη φορά προβλήθηκε στη Βρετανία το 1963 και σταμάτησε το 1989. Το 1996 δημιουργήθηκε και μια ταινία από το Hollywood, ενώ από τον Μάρτιο του 2005 άρχισε να προβάλλεται ξανά τηλεοπτικά με νέα επεισόδια σε 42 χώρες. Ανάμεσα στις χώρες αυτές είναι και η Ελλάδα, όπου η σειρά προβάλλεται από το κανάλι ΣΚΑΙ.

Το «Doctor Who» έχει καταχωρηθεί στο βιβλίο Γκίνες ως η μακροβιότερη σειρά στην ιστορία της τηλεόρασης. Αρχικά είχε πολύ μικρό προϋπολογισμό, αλλά λόγω της απήχησής της διατέθηκαν με τον χρόνο μεγαλύτερα χρηματικά ποσά. Σήμερα χαρακτηρίζεται ως η πιο cult τηλεοπτική σειρά της Βρετανίας.

Τη δεκαετία του ’80 η σειρά ήταν εγκεκριμένη πλέον και για τα παιδιά, μιας και κόπηκαν οι τρομαχτικές σκηνές και βελτιώθηκαν τα σενάρια. Στην Βρετανία κυκλοφόρησε σε comic, ενέπνευσε ανέκδοτα και γενικά πέρασε στη καθημερινότητα των βρετανών. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων. Δημιουργοί της σειράς ήταν οι Sydney Newman και Donald Wilson. Παραγωγός ήταν ο Verity Lambert και σεναριογράφος ο Anthony Coburn. Τη μουσική έγραψαν οι Ron Greiner και Delia Derbyshire. Ως συνέχεια της σειράς, ή μάλλον ως παράλληλη ιστορία, δημιουργήθηκε και η τηλεοπτική σειρά «Touchwood», με κεντρικό ήρωα τον Captain Jack, σύντροφο στα ταξίδια και τις περιπέτειες του Δόκτορα. Πρόκειται για σκληρό και άφοβο πολέμιο των εξωγήινων απειλών και υπερασπιστή της Γης.

Στις περιπέτειές του ο Δόκτορας αντιμετωπίζει συνεχώς επικίνδυνες συνθήκες και πολλές φορές βρίσκεται κοντά στον θάνατο ή και σκοτώνεται. Όμως δεν χάνεται, αλλά αναγεννιέται λόγω της μετάλλαξης του. Αναγεννιέται σ’ ένα νέο σώμα κι έτσι κατά καιρούς, αλλάζει και ο πρωταγωνιστής της σειράς. Εγώ, βέβαια, μεγάλωσα με τον 4ο και τον 5o Δόκτορα, τον Tom Baker και τον Peter Davison αντίστοιχα, όμως η σειρά έχει αλλάξει δέκα ηθοποιούς και ήδη στο BBC, ετοιμάζεται να κάνει την εμφάνιση του ο 11ος Δόκτορας, που μάλλον είναι ο Matt Smith. Έτσι έχουμε:

William Hartnell (1963–1966)
Patrick Troughton (1966–1969)
Jon Pertwee (1970–1974)
Tom Baker (1974–1981)
Peter Davison (1981–1984)
Colin Baker (1984–1986)
Sylvester McCoy (1987–1989, 1996)
Paul McGann (1996)
Christopher Eccleston (2005)
David Tennant (2005–σήμερα)

Απ’ τα πρώτα κιόλας επεισόδια οι δημιουργοί της σειράς προκάλεσαν τους θεατές να ψάξουν και ν’ ανακαλύψουν την ταυτότητα, τους σκοπούς και το πεπρωμένο του μυστηριώδη Δόκτορα. Επειδή από το 1963 μέχρι και σήμερα έχουν δοθεί πολλά στοιχεία, θα ξεκινήσω την ιστορία από την αρχή.

Εν αρχή, λοιπόν, ήταν ο πλανήτης Gallifrey (Γκάλλιφρεϋ), ο πλανήτης των Times Lords (Αρχόντων του Χρόνου). Ένας πολιτισμένος πλανήτης, πατρίδα ενός λαού εξαιρετικά εξελιγμένου τεχνολογικά. Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη ήταν όμοιοι εξωτερικά με τους ανθρώπους, μα είχαν τελείως διαφορετική ψυχοσύνθεση. Ανέπτυξαν τον πολιτισμό τους στο έπακρο, ενώ η δύναμή τους προήλθε από την τεχνολογική ικανότητα να ελέγχουν τον χρόνο. Κάποιες φορές αφήνεται να εννοηθεί πως αυτό είχε και κάποιο θρησκευτικό υπόβαθρο, ωστόσο δεν είχε σχέση με κάποια επίσημη θρησκεία ούτε και έγινε κάποια σαφής σχετική αναφορά.

Οι Time Lords μπορούσαν να ελέγχουν τον χρόνο κι επομένως ν’ αλλάζουν την φυσική ροή της ιστορίας του σύμπαντος. Ήταν σε θέση να εποπτεύουν τα γεγονότα σε κάθε παράλληλη διάσταση και σε όλες τις εποχές. Αυτή η τεχνολογία τους έκανε πανίσχυρους κι έτσι κληρονόμησαν την ευθύνη για τη διαφύλαξη της κοσμικής ισορροπίας. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε το Ανώτατο Συμβούλιο που στεγάζονταν στην Ακρόπολη, το οποίο έλεγχε και διατηρούσε την τάξη. Το Συμβούλιο ήταν σχεδόν Αθάνατο. Ο ανώτατος ήταν ο Racelon και μετά ο Omega. Αυτοί οι δύο υπερεξέλιξαν τον πολιτισμό του Γκάλλιφρεϋ (με την δημιουργία του Tardis (Τάρντις) και όχι μόνο). Δημιούργησαν μια ασύλληπτη τεχνολογία, μα δεν επιτρέπονταν η χρήση της αλόγιστα. Η δύναμη αυτή δεν έπρεπε να εξυπηρετεί προσωπικά συμφέροντα και όσοι προσπάθησαν να την χρησιμοποιήσουν για τέτοιο σκοπό ή το έκαναν, εξορίστηκαν ή στην εσχάτη των περιπτώσεων, εξαϋλώθηκαν. Απαγορευτική από τους Άρχοντες του Χρόνου ήταν και η αλλαγή της ιστορίας, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο προϋπέθετε την σωτηρία εκατομμυρίων ζωών.

Από μικρά παιδιά οι κάτοικοι του Γκάλλιφρεϋ προετοιμάζονταν, λαμβάνοντας εκπαίδευση και περνώντας δοκιμασίες, που θα τους έκαναν ικανούς να φτάσουν στα ανώτερα επίπεδα. Λίγοι τα κατάφερναν. Στην ηλικία των 7 ετών λάμβανε χώρα η μέγιστη δοκιμασία. Έπρεπε να κοιτάξουν μέσα στην δύνη του χρόνου, όπου η ιστορία του σύμπαντος έρεε σαν υγρό φως. Όσοι περνούσαν αυτή τη δοκιμασία, μετουσιώνονταν και έπαιρναν άλλο όνομα. Όμως, δεν άλλαζε μόνο το όνομα και η γνώση τους, αλλά και η ίδια η βιολογία τους, ώστε να αντέχουν στα ταξίδια στον χρόνο και στον ρόλο τους ως φύλακες, ως Άρχοντες του Χρόνου. Το Tardis βοήθησε σημαντικά σε αυτή την αλλαγή. Οι Άρχοντες του Χρόνου απέκτησαν δυο καρδιές, για να αντέχουν στα χρονικά τους ταξίδια και απέκτησαν την ιδιότητα της αναγέννησης, αν τραυματίζονταν σοβαρά. Μπορούσαν ακόμη να αναπλάθουν τα τραυματισμένα μέλη του σώματός τους. Σε μια ολοκληρωτική αναγέννηση έπαιρναν άλλο πρόσωπο, αλλάζοντας ηλικία, φωνή, πολλές φορές ακόμη και προσωπικότητα. Με αυτές τις αλλαγές γίνονταν πλέον κατάλληλοι για φύλακες του χωροχρόνου. Εντούτοις, κάποιοι δεν τα κατάφερναν και τρελαίνονταν ή πάθαιναν ακόμη χειρότερα. Ο Master ήταν ένας από αυτούς που τρελάθηκαν με αποτέλεσμα να καταστεί το αντίπαλο δέος του Δόκτορα, μιας και παρότι τρελός εξακολούθησε να παραμένει ιδιοφυής.

Αντιθέτως ο Δόκτορας απέκτησε την μεγάλη γνώση κι έτσι πήρε τον τίτλο του Doctor. Ωστόσο, αναγκάστηκε πολλές φορές να καταπατήσει τους όρκους του προκειμένου να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη βοηθώντας άλλους πολιτισμούς. Οι παρεμβάσεις του αυτές σηματοδότησαν την αλλαγή του μέλλοντος. Όμως αυτό ήταν κάτι απαγορευμένο και ανεπίτρεπτο στον πλανήτη Γκάλλιφρεϋ. Έτσι, ο Δόκτορας εξορίστηκε κλέβοντας το Tardis, για να επιστρέψει αργότερα και να βοηθήσει τον λαό του στον Πόλεμο του Χρόνου. Στις περιπέτειές του ο Δόκτορας πέθανε πολλές φορές, φτάνοντας τελικά να ζει την ενδέκατή ζωή του. Στην 13η θεωρητικά θα πεθάνει οριστικά ή, κάτω από ορισμένες συνθήκες, θα γίνει αθάνατος, όπως κάποιοι εκ των μελών του Ανώτατου Συμβουλίου του Γκάλλιφρεϋ.

Ο Πόλεμος του Χρόνου διεξήχθη σε όλα τα σύμπαντα και σε κάθε διάσταση. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο πόλεμο που έγινε ποτέ. Από την μια πλευρά οι Ντάλεκ στο απόγειο της δύναμής τους. Ένας πολιτισμός φτιαγμένος με έναν μόνο στόχο. Την καταστροφή κάθε ζωντανής ύπαρξης ή την υποδούλωση της. Αρχηγός και δημιουργός τους ο Ντάβρος, ο οποίος μετασχημάτισε τους Ντάλεκ από την αρχική τους μορφή και άλλαξε σχεδόν κάθε στοιχείο τους, για να δημιουργήσει μια πανίσχυρη στρατιωτική φυλή με καταστροφική δύναμη. Από την άλλη, ως μοναδικός ουσιαστικός αντίπαλος στάθηκε ο πανίσχυρος και πιο εξελιγμένος πολιτισμός του Γκάλλιφρεϋ, με ηγέτες τα μέλη του Συμβουλίου της Ακρόπολης και τους Άρχοντες του Χρόνου. Ο πόλεμος ήταν αδυσώπητος. Οι Ντάλεκ σκόρπισαν τον θάνατο στο διάβα τους. Ο πλανήτης Γκάλλιφρεϋ αντιστάθηκε. Ο Δόκτωρ κατάφερε να νικήσει τους Ντάλεκ, αλλά με το εγχείρημά του εξαφάνισε και τους δικούς του. Ελάχιστοι σώθηκαν και ένας εξ’ αυτών ήταν ο Master. Το θέμα είναι, πως εξαφάνισε τους Ντάλεκ και τον Γκάλλιφρεϋ, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Τους έσβησε από κάθε εποχή, διάσταση και χρόνο. Χρησιμοποιώντας την δύναμη του Χρόνου έκανε το παράδοξο πραγματικότητα. Όμως τελικά η θυσία του λαού του για την σωτηρία του κόσμου απέβη άτυχη, αφού κάποιοι Ντάλεκ και ο αυτοκράτοράς τους Ντάβρος, όπως αποκαλύφθηκε μετέπειτα, κατόρθωσαν να επιβιώσουν. Αυτός ο πόλεμος δεν παρουσιάστηκε τηλεοπτικά, λόγω αδυναμίας κάλυψης των πόρων. Υπάρχουν πάντως περιγραφές του σε βιβλία και σε Ραδιοφωνικές Αναμεταδόσεις.

Κλείνοντας θα περάσω στον κεντρικό ήρωα μιας και η σειρά Doctor Who είναι ανεξάντλητη και οι Ιστορίες, οι Κόσμοι, τα Πρόσωπα και η θεματολογία της είναι πολύπλοκα και λεπτομερή, ώστε να μπορέσω να τα αναφέρω και μόνον. Θα επιμείνω, στον χαρακτήρα του Δόκτωρ, γιατί κατά την γνώμη μου, όπως και πολλών funs, ο χαρακτήρας του αποτελεί το κέντρο βάρους του έργου. Ο Δόκτωρ έχει κάτι το διαφορετικό από τους υπόλοιπους τηλεοπτικούς Αστροκαπετάνιους και Μαχητές του Διαστήματος. Πολλές φορές φέρεται σαν έφηβος, γελάει, παιχνιδίζει, αλλά δεν μπορεί να μείνει κρυφή η ιδιοφυία του ούτε και ν’ αμφισβητηθεί η δυνατότητά του για έγκαιρη αντίδραση κάθε στιγμή. Αυτό το αλλόκοτο βλέμμα του, που δεν είναι παρανοϊκό.. σαγηνεύει. Η γνώση που διαθέτει και η ευθύνη για την κοσμική ειρήνη ακτινοβολούν στην οθόνη, (χάρη, βέβαια, στις υποκριτικές ικανότητες των ηθοποιών που των υποδύθηκαν). Διαθέτει αστείρευτο αγγλικό χιούμορ, που είναι και Black humor πολλές φορές, ενώ οι έξυπνες ατάκες που εναλλάσσονται με τον σιωπηλό σκεπτικισμό του, συγκροτούν μια πετυχημένη εκφραστική δυναμική.

Η εκφραστικότητα του Δόκτορα είναι πλούσια και εκκεντρική, όπως και το ντύσιμό του. Ίσως, τελικά, αυτή η γοτθική μορφή του και η λυπητερή ιστορία του να αποτελούν και τα πιο δυνατά σημεία της σειράς. Στο τέλος πάντα απομένει μόνος, με φίλους και αγαπημένες χαμένους. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που συνοδεύεται συνεχώς από μια υπαινικτική θλίψη.

Η ευσπλαχνία είναι και η μεγαλύτερη αρετή του. Ακόμη και στον χειρότερο εχθρό αφήνει το περιθώριο να σταματήσει ότι κακό έργο επιτελούσε μέχρι εκείνη την στιγμή, αρκούμενος στον λόγο και μόνο πως δεν θα συνεχίσει το κακό. Πάντοτε έχει την θέληση να πιστέψει και να συγχωρήσει. Όπως έκανε και όταν ο Master, ενώ είχε καταστρέψει σχεδόν τον σύγχρονο πολιτισμό της Γης, επέβαλλε για έναν χρόνο την δική του τυραννία, εξολοθρεύοντας χιλιάδες. Στο τέλος, μετά από έναν χρόνο φυλάκισης του Δόκτορα, ο Master ηττήθηκε από τον ιδιοφυή αντίπαλό του κι από τους Γήινους Συντρόφους και Σύμμαχούς του. Στο σημείο εκείνο ο Δόκτωρ θέλησε να συγχωρέσει τον Master και τον παρακάλεσε, να έλθει μαζί του για να διορθώσουν τον κόσμο. Οι δυο τους στο Σύμπαν, δύο Άρχοντες του Χρόνου μαζί. Οι τελευταίοι ίσως. Όμως ο Master αρνήθηκε και προτίμησε τον θάνατο. Με δάκρυα στα μάτια ο Δόκτορας τον αγκάλιασε και σπάραξε απ’ τον χαμό του. Ήταν πλέον μόνος του στον κόσμο, ως ο τελευταίος Άρχοντας του Χρόνου. Εκείνη ήταν μια από τις λίγες φορές που στην πολύχρονη ζωή του έκλαψε, μα δεν θα είναι η τελευταία, αφού πάντα αγωνίζεται για να λυτρώσει τους άλλους, μα ποτέ τον εαυτό του.

*Το εισαγωγικό κείμενο με τον Doctor και τους Dalek είναι εμπνευσμένο και γραμμένο από τον Δημήτρη Σιάββα και δεν αποτελεί απόσπασμα από κάποιο βιβλίο της σειράς.

Δημήτρης Σιάβας, επίτιμο μέλος Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.



To παραμύθι της Χιονάτης
του Ίδωνα Πέργα

«Ένας πόνος. Μια ευχή για ένα παιδί, μια κόρη τόσο λευκή όσο το χιόνι, με τόσο κόκκινα χείλη όσο το αίμα, με μαλλιά τόσο μαύρα όσο ο έβενος. Κι από την άλλη ένα δώρο-κατάρα. Η ομορφιά που θα την οδηγήσει σε βαθύ θάνατο μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο. Ένα φέρετρο με την ολόχρυση επιγραφή: ‘‘Χιονάτη, η κόρη του βασιλιά’’».

Ο λόγος για το αγαπημένο παραμύθι «Η Χιονάτη» που ακόμα και σήμερα ενθουσιάζει μικρούς και μεγάλους.

Πραγματολογικά στοιχεία

Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα, ακούγοντας το όνομα Χιονάτη φέρνουν στο μυαλό τους νάνους που «φτερνίζονται» ή «γκρινιάζουν», μια πριγκίπισσα να τραγουδάει «Some day my prince will come» και έναν πρίγκιπα που πρέπει να την φιλήσει ώστε αυτή να ξυπνήσει από τον λεγόμενο «ύπνο-θάνατο».

Στην πραγματικότητα το παραμύθι της Χιονάτης, που εκδοχές του υπάρχουν σε πολλούς λαούς μέσα στους αιώνες, έχει τις ρίζες του στη γνωστότερη εκδοχή από την Γερμανία (Schneewittchen(1)) που συλλέχθηκε και το 1812 εκδόθηκε από τους Γερμανούς φιλολόγους και γλωσσολόγους Jacob (4 Ιανουαρίου 1785-2 Σεπτεμβρίου 1863) και Wilhelm (24 Φεβρουαρίου 1786-16 Δεκεμβρίου 1859) Grimm. Οι αδερφοί Γκριμ (Die Bruder Grimm) συνέλεξαν την ιστορία της Χιονάτης από δύο αδερφές – Jeannette και Amalie Hassenpflug- που ζούσαν στην πόλη του Kassel (πατρίδα της μητέρας των Γκριμ, όπου το 1798 στα 14 και 13 αντίστοιχα τα αδέρφια μετακινήθηκαν για να φοιτήσουν στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση).

Η πρώτη δημοσίευση του παραμυθιού έγινε το 1812 με το όνομα «Γάλανθος» (παρμένο από μετάφραση του αγγλικού Snow-drop) στην έκδοση του πρώτου τόμου του βιβλίου των Γκριμ «Παιδικές και σπιτικές ιστορίες» («Kinder –und hausmarchen») μαζί με άλλα 85 αριθμημένα παραμύθια. Σε αυτές τις πρώτες δημοσιεύσεις του 1812 η ματαιόδοξη βασίλισσα είναι η βιολογική μητέρα της Χιονάτης ενώ η γνωστή εκδοχή της μητριάς –βασίλισσας συναντάται στις εκδόσεις του 1819.

Το γεωγραφικό σκηνικό του παραμυθιού «Η Χιονάτη» είναι η περιοχή του Spessart (πιθανολογείται πως είναι το χωριό Lohr), μια χαμηλή οροσειρά στα κρατίδια της Βαυαρίας και της Έσσης, που διασχίζεται από τον ποταμό Μάιν.

Άλλες εκδοχές της Χιονάτης είναι:

1)Η ιταλική έκδοση «Η νεαρή σκλάβα» του 17ου αιώνα από τον παραμυθογράφο Giambattista Basile. Η ιστορία υπήρχε στην συλλογή «Pentamerone» και είχε στοιχεία από την Χιονάτη αλλά και την ωραία κοιμωμένη.

2) Η κέλτικη «Golden tree and Silver tree». Σε αυτή την εκδοχή η βιολογική μητέρα μαθαίνει ότι η κόρη της είναι πιο ωραία από ένα ψάρι που μιλάει. Εδώ το γυάλινο φέρετρο αντικαθίσταται από ένα κλειδωμένο δωμάτιο και η κόρη ανακαλύπτεται όχι από τον πρίγκιπα αλλά από την δεύτερη σύζυγό του.

3) Η αρμένικη «Nourie Hadig». Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου νάνοι, το μήλο αντικαθίσταται από δαχτυλίδι ενώ ο καθρέφτης από το φεγγάρι.

4) Τέλος, η ελληνική «Μυρσίνη» όπου η κακιά μητριά αντικαθίσταται από δύο ζηλιάρες αδελφές και ο μαγικός καθρέφτης είναι διάλογος με τον ήλιο. Ο ύπνος του κοριτσιού οφείλεται σε ένα δαχτυλίδι, το γυάλινο φέρετρο αντικαθίσταται από μια χρυσή λάρνακα, καθώς και οι νάνοι από τους μήνες.

Περίληψη του παραμυθιού από την έκδοση των αδερφών Γκριμ

Κάποτε στα μέσα του χειμώνα(2), καθώς μια βασίλισσα κάθονταν και έπλεκε στο παραθύρι της, τρύπησε κατά λάθος το δάχτυλό της(3) με την βελόνα και τρεις σταγόνες αίμα κύλησαν πάνω στο χιόνι που είχε πέσει στο εβένινο πλαίσιο του παραθύρου. Αφού η βασίλισσα κοίταξε το αίμα πάνω στο χιόνι είπε: «Αχ! Πόσο θα ήθελα ένα παιδί τόσο λευκό όσο το χιόνι, τόσο κόκκινο όσο το αίμα και τόσο μαύρο όσο ο έβενος(4)».

Πράγματι σύντομα θα γεννηθεί ένα κορίτσι, με δέρμα τόσο λευκό όσο το χιόνι, με χείλη τόσο κόκκινα όσο το αίμα και με μαλλιά τόσο μαύρα όσο ο έβενος , το οποίο θα το ονόμαζαν Χιονάτη(5). Η ευχή της βασίλισσας πραγματοποιήθηκε αλλά με βαρύ τίμημα καθώς εκείνη πέθανε στην γέννα.

Ύστερα από ένα χρόνο ο βασιλιάς παντρεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα(6), η οποία αν και όμορφη, ήταν υπερήφανη και ματαιόδοξη. Η νέα βασίλισσα είχε μαζί της κι έναν καθρέφτη καλλωπισμού(7) τον οποίο συνήθιζε να ρωτάει: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιότερη στην χώρα;» και εκείνος απαντούσε8: «Εσύ βασίλισσά μου είσαι η ομορφότερη στην χώρα». Κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια…

Όταν η Χιονάτη είχε φτάσει στην ηλικία των επτά(9) η βασίλισσα ρώτησε μια μέρα τον καθρέφτη: «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η ωραιότερη στην χώρα;» και ο καθρέφτης της αποκρίθηκε: «Βασίλισσά μου είσαι ωραία είναι αλήθεια, μα χίλιες φορές περισσότερο ωραία είναι η Χιονάτη». Μίσος φώλιασε μέσα στην καρδιά της βασίλισσας. Ένα εφτάχρονο κορίτσι χτυπούσε την ματαιοδοξία της και για πρώτη φορά δεν ήταν αυτή η ομορφότερη στην χώρα. Έτσι αποφάσισε να σκοτώσει την Χιονάτη! Διέταξε λοιπόν έναν κυνηγό να οδηγήσει το κοριτσάκι στο δάσος, να την σκοτώσει και έπειτα να φέρει πίσω στην βασίλισσα, ως απόδειξη, το συκώτι της και τα πνευμόνια της(10).

Ο κυνηγός οδήγησε την Χιονάτη στο δάσος υπακούοντας την βασίλισσα, όμως του ήταν αδύνατο να σκοτώσει το κοριτσάκι που παρακαλούσε για την ζωή του. Έτσι του χάρισε την ζωή και σκότωσε ένα αγριογούρουνο(11) του οποίου το συκώτι και τα πνευμόνια θα πήγαινε για απόδειξη στη βασίλισσα. Η βασίλισσα μαγείρεψε και έφαγε(12) τα μέλη νομίζοντας πως είναι της Χιονάτης.

Εντωμεταξύ, η Χιονάτη καθώς περιπλανιόνταν στο μεγάλο δάσος βρήκε μια καλύβα όπου όλα ήταν μικροσκοπικά. Δεν ήταν κανένας εκεί. Αφού έφαγε, δοκίμασε τα κρεβάτια (καθώς άλλα ήταν πολύ μικρά και άλλα μεγάλα) και όταν βρήκε το κατάλληλο κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα την βρήκαν εφτά(13) νάνοι(14), στους οποίους άνηκε η καλύβα κι ενώ τους εξήγησε την ιστορία της, εκείνοι προσφέρθηκαν να την φιλοξενήσουν εφόσον η Χιονάτη θα έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Την προειδοποίησαν όμως να μην βάζει κανέναν στο σπίτι όσο εκείνοι θα έλειπαν στη δουλειά.

Μια μέρα, όμως, η βασίλισσα ρωτώντας τον καθρέφτη της έμαθε πως η Χιονάτη είναι πέρα από τα εφτά βουνά στο σπίτι των νάνων ζωντανή και καμία δεν είναι τόσο όμορφη όσο αυτή. Οργισμένη η βασίλισσα αποφάσισε μόνη της να σκοτώσει την Χιονάτη…

Έτσι μεταμφιεσμένη σαν γερόντισσα γυρολόγος βρήκε το σπιτάκι των νάνων και κατάφερνε να πουλήσει στην Χιονάτη έναν δαντελωτό κορσέ. Προσφέρθηκε τάχα να την βοηθήσει να τον φορέσει και τον έσφιξε τόσο ώστε η Χιονάτη έχασε την αναπνοή της(15) και έπεσε κάτω. Η βασίλισσα έφυγε νομίζοντας πως την σκότωσε. Το βράδυ την βρήκαν οι νάνοι και της έκοψαν τις δαντέλες επαναφέροντας την στη ζωή.

H βασίλισσα έμαθε πάλι από τον καθρέφτη πως η Χιονάτη ήταν ζωντανή και αποφάσισε να κάνει δεύτερη απόπειρα, αυτή την φορά μεταμφιεσμένη σαν άλλη γερόντισσα. Ξαναπερνώντας τους επτά λόφους και φτάνοντας στην καλύβα πούλησε στην Χιονάτη μια δηλητηριασμένη χτένα(16). Αφού προσφέρεται πάλι να την χτενίσει βάζει την χτένα στα μαλλιά της και η Χιονάτη πέφτει αναίσθητη. Η βασίλισσα φεύγει και το βράδυ οι νάνοι επαναφέρουν και πάλι την Χιονάτη τραβώντας την χτένα από τα μαλλιά.

Η βασίλισσα απίστευτα οργισμένη από τα λόγια του καθρέφτη, θα αποφασίσει να κάνει και τρίτη απόπειρα(17). . Αφού έφτιαξε στο μυστικό δωμάτιο του κάστρου με την βοήθεια της τέχνης της μαγείας ένα βαριά δηλητηριασμένο μήλο(18) μισό άσπρο και μισό κόκκινο, επέστρεψε στην καλύβα των νάνων, αυτή την φορά ντυμένη ως αγρότισσα. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς της η Χιονάτη έφαγε το μαγεμένο μήλο. Η βασίλισσα έκοψε το μήλο στη μέση κι έφαγε το άσπρο μέρος, δίνοντας στην Χιονάτη το κόκκινο μέρος που είχε δηλητηριάσει. Η Χιονάτη θα πέσει νεκρή και οι νάνοι δεν θα καταφέρουν να την συνεφέρουν.

Έτσι, αφού θα την θρηνήσουν για τρεις ημέρες γύρω από μια νεκροτράπεζα, θα την κλείσουν μέσα σε ένα γυάλινο φέρετρο(19).

Τα χρόνια περνούσαν και μια μέρα ο γιος ενός βασιλιά που περνούσε από τα εφτά βουνά είδε και ερωτεύτηκε την κόρη. Έτσι ζήτησε και πήρε άδεια από τους νάνους να πάρει το φέρετρο στο κάστρο του. Στο δρόμο ένας από του υπηρέτες του σκόνταψε σε ένα κούτσουρο και αφού το φέρετρο τραντάχθηκε, το μήλο ξεκόλλησε από τον λαιμό της Χιονάτης.

Η κόρη ξύπνησε και ο πρίγκιπας την πήρε στο κάστρο του και την νυμφεύτηκε(20). Στον γάμο κάλεσαν και την μητριά, που έμαθε από τον καθρέφτη για την Χιονάτη. Τότε όμως η ώρα της πληρωμής είχε φτάσει και η μητριά έπρεπε να φορέσει δύο σιδερένια, πυρακτωμένα γοβάκια και να χορέψει με αυτά μέχρι να οδηγήσει τον εαυτό της στον θάνατο(21).

Όσο για τον πρίγκιπα και την Χιονάτη έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…


Σημείωση: Στο παραμύθι «Η Χιονάτη» βασίστηκε η γνωστή κινηματογραφική παραγωγή του Walt Disney «Η Χιονάτη και οι εφτά νάνοι» το 1937. Ήταν η πρώτη πλήρους μήκους ταινία του Disney και η πρώτη μεγάλου μήκους αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του κινηματογράφου.


Ερμηνευτικά σχόλια:

1) Schneewittchen: Η γλωσσική μετάφραση της λέξης είναι η μικρή Χιονάτη ή η Χιονατούλα.
2) Στα μέσα του χειμώνα: Το μισοχείμωνο είναι το σταυροδρόμι των εποχών. Το ξεκίνημα της ανοδικής φάσης του ήλιου.
3) Τρυπάει κατά λάθος το δάχτυλό της με την βελόνα: το τυχαίο τρύπημα του δακτύλου συμβαίνει και στην Ωραία κοιμωμένη
4) Τόσο λευκό όσο το χιόνι, με χείλη τόσο κόκκινα όσο το αίμα και με μαλλιά τόσο μαύρα όσο ο έβενος. Τα τρία χρώματα, λευκό, κόκκινο και μαύρο αντιπροσωπεύουν τις τρεις μορφές της «Τριαδικής Θεάς», καθώς και τις πλευρές μιας γυναίκας: κόρη/μητέρα, γερόντισσα.
5) Το οποίο ονομάζονταν Χιονάτη: Παρόλο που είναι τόσο λευκό όσο το χιόνι, με χείλη τόσο κόκκινα όσο το αίμα και με μαλλιά τόσο μαύρα όσο ο έβενος, το όνομά της φέρνει μόνο την μια θηλυκή της πλευρά (λευκό- κόρη/παρθένα).
6) Ο βασιλιάς πήρε μια δεύτερη σύζυγο: Στην πρώτη εκδοχή που προέρχεται από τις προφορικές παραδόσεις, η ζηλιάρα ανταγωνίστρια της Χιονάτης είναι η μητέρα της. Στις εκδόσεις του 1819 οι Γκριμ προσθέτουν το στοιχείο της μητριάς-βασίλισσας.
7) Είχε έναν καθρέφτη καλλωπισμού: Οι πρώτοι «καθρέφτες» ήταν οι λίμνες και οι πηγές νερού. Στον ελληνικό μύθο του Νάρκισσού, ο νεαρός έπιασε την όψη του ειδώλου του σε μια πηγή και την ερωτεύτηκε. Στην ιστορία ο καθρέφτης συμβολίζει: α)την ανδρική ματιά που παρατηρεί το θηλυκό, β)Τον σύζυγο/πατέρα ο οποίος είναι απών από την ιστορία.
8) Ο καθρέφτης που πάντα απαντάει: ο καθρέφτης που μιλάει και μαντεύει είναι ένα σύνηθες στοιχείο σε Ευρωπαϊκά και Ασιατικά παραμύθια. Σε πολλούς πολιτισμούς πιστεύονταν ότι το είδωλο στον καθρέφτη αναπαριστά την ψυχή μας και για αυτό το σπάσιμό του θεωρείται κακοτυχία.
9) Επτά χρονών: Τα επτά είναι η ηλικία του περάσματος από παιδί σε κόρη.
10) Τα πνευμόνια και το συκώτι: Τα πνευμόνια συμβολίζουν την αναπνοή ή το πνεύμα ενώ στην μεσαιωνική εποχή το ήπαρ θεωρούνταν σύμβολο αγάπης και ερωτικής επιθυμίας.
11) Αγριογούρουνο: Συμβολίζει το θάρρος και τον πόθο
12) Η βασίλισσα μαγείρεψε και έφαγε τα μέλη: Κάποτε πιστεύονταν ότι τρώγοντας συγκεκριμένα όργανα κάποιου αποκτούσες τα χαρακτηρίστηκα και την ισχύ του. Σε αυτή την περίπτωση η βασίλισσα θέλει να αποκτήσει την ομορφιά της Χιονάτης.
13) Επτά: Σύμφωνα με πολλούς αποκρυφιστές ο αριθμός της τελειότητας και της ολοκλήρωσης. (Οι εφτά ημέρες της δημιουργίας, εφτά πλανήτες, εφτά νότες, εφτά χρώματα του ουράνιου τόξου, εφτά ημέρες της εβδομάδας, εφτά ψυχές, εφτά θανάσιμα αμαρτήματα).
14) Ο συμβολισμός των νάνων αναπαριστά το οργανικό. Αυτοί ζουν σε μια προ-ατομικιστική μορφή ζωής. Σε άλλες παραδόσεις οι νάνοι αντικαθίστανται από ληστές.
15) Έχασε την αναπνοή της: O πρώτος πειρασμός έχει να κάνει με το σώμα της Χιονάτης. Οι δαντέλες έχουν δεθεί τόσο σφιχτά που δεν μπορεί να αναπνεύσει. Η αναπνοή είναι σύμβολο του πνεύματος.
16) Δηλητηριώδη χτένα: O δεύτερος πειρασμός σχετίζεται με το κεφάλι και τα μαλλιά της. Η χτένα είναι σύμβολο θηλυκότητας και γυναικείας έλξης. Τα μαλλιά είναι σύμβολο του ρωμαλέου (Σαμσών) της ισχύος και της γονιμότητας, που η δηλητηριασμένη χτένα θέλει να σκοτώσει.
17) Τρεις απόπειρες: Οι τρεις «πειρασμοί» της Χιονάτης είναι σύμβολα ζωής πέρα από την καλύβα. Αντικατοπτρίζουν την ματαιοδοξία της Χιονάτης στην ανάγκη της να δείχνει ερωτικά ελκυστική (για αυτό και παρά την εντολή των νάνων ανοίγει στην βασίλισσα). Το τρία είναι ιερό στην Θεά της αγάπης, την Αφροδίτη που είναι η βασίλισσα τριών κόσμων.
18) Μήλο: To μήλο ήταν ιερό σύμβολο της Αφροδίτης και συμβόλιζε την γνώση (και στην Παλαιά Διαθήκη μήλο της γνώσης του καλού και του κακού). Διευκρίνιση: Το μήλο κολλάει στον λαιμό της Χιονάτης, μπλοκάροντας το όργανο ομιλίας.
19) Γυάλινο φέρετρο: Η Χιονάτη στο φέρετρο είναι σαν μια πεταλούδα που στο στάδιο της νύμφης περιμένει να ξυπνήσει ως ώριμη γυναικά. Επίσης, το φέρετρο είναι γυάλινο έτσι ώστε ο πρίγκιπας να μπορέσει να δει και να ερωτευθεί την Χιονάτη.
20) Η εικόνα ενός 7χρονου κοριτσιού να παντρεύεται τον πρίγκιπα είναι περισσότερο προσβλητική παρά ρομαντική........Πιθανόν το κορίτσι μεγάλωσε στο σπιτάκι ή συνέχισε να αναπτύσσεται μέσα στο φέρετρο ώστε να φτάσει σε ηλικία κατάλληλη για γάμο.
21) Ο σίδηρος ήταν το μόνο μη- ιερό μέταλλο της θεάς . Έτσι χρησιμοποιείται για να τιμωρήσει την μητριά (αναπαριστώντας την εκδικητική ενέργεια). Το μοτίβο των υποδημάτων που κάνουν κάποιον να χορεύει ως τον θάνατο χρησιμοποιείται και στο παραμύθι «Τα κόκκινα παπούτσια».

Ίδωνας Πέργας,
επίτιμο μέλος Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.


Οι Νάνοι στην Λογοτεχνία του Φανταστικού
του Γιώργου Χατζηκυριάκου

Στο προηγούμενο τεύχος της «Φανταστικής Λογοτεχνίας» ασχοληθήκαμε με την πιο διάσημη φυλή στη σύγχρονη λογοτεχνία του Φανταστικού, τα Ξωτικά, παγκοσμίως γνωστά ως Elves. Παρακολουθήσαμε τη λογοτεχνική ιστορική τους διαδρομή ανά τους αιώνες, τα είδαμε να γεννιούνται ως Άλφαρ μέσα από τη σκανδιναβική μυθολογία, να μετατρέπονται σε νεράιδες, θηλυκές θεότητες των νερών και των δασών, καθώς και σε μικροσκοπικά πλάσματα με χαρακτηριστικά εντόμων και θηλαστικών, μέχρι που κατέληξαν σε ανθρωπόμορφους άρχοντες των όπλων και της μαγείας, της αρετής και της σοφίας, κατακτώντας περίοπτη θέση στη λογοτεχνία του φανταστικού και στα είδη της τέχνης που εκείνη επηρέασε.Σε αυτό το τεύχος θα κάνουμε το αντίστοιχο με μία εξίσου δημοφιλή λογοτεχνική φυλή. Τους Νάνους, γνωστούς ως Dwarves. Θα παρακολουθήσουμε το δικό τους αντίστοιχο κύκλο, δηλαδή τη γέννηση τους στην μυθολογία των Σκανδιναβών, την εμφάνισή τους στις παραδόσεις της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής Ευρώπης, μέχρι την κατάληξη στη σημερινή τους χαρακτηριστική μορφή, που συναντάται κατά κύριο λόγο στα επικά μυθιστορήματα, στα παιχνίδια ρόλων, στη ζωγραφική και στον κινηματογράφο.

Τα κύρια γνωρίσματα των Νάνων

Αν συγκρίνουμε τους Νάνους με τα Ξωτικά, οι διαφορές μεταξύ των δύο φανταστικών φυλών είναι φανερές, τόσο στην εμφάνιση όσο και στη συμπεριφορά, σε ατομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Στην εξωτερική τους μορφή οι νάνοι (όπως προδίδει και το όνομα τους) είναι κοντοί, με μεγάλα κεφάλια και μπράτσα, μακριές γενειάδες και σώματα δυνατά, που αντέχουν ακόμα και στις πιο σκληρές κακουχίες. Δεν είναι αθάνατοι όπως τα ξωτικά, όμως ζούνε περισσότερα χρόνια από ότι οι άνθρωποι. Κατοικούν στους λόφους και τα βουνά, όχι μόνο στην επιφάνεια αλλά και στα ανήλιαγα υπόγεια. Έχοντας έντονη επαφή με το στοιχείο της γης, προτιμούν τις χειρονακτικές και όχι τις πνευματικές εργασίες, αγαπούν τη μεταλλουργία και ότι σχετίζεται με τους λίθους και τα ορυκτά της γης.

Η συμπεριφορά τους είναι απότομη, όχι λεπτεπίλεπτη σαν αυτή των Ξωτικών, δεν δείχνουν να προσέχουν και πολύ τους τρόπους και την προσωπική τους εμφάνιση (εκτός κι αν πάνε στη μάχη), και ζούνε με τους δικούς τους κώδικες, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν ευγενικοί και πως δεν αποτελούν καλούς φίλους και συντρόφους. Δίνουν μεγάλη σημασία στην έννοια της φυλής και της οικογένειας, δένονται με απαράβατους όρκους και τηρούν αυστηρούς νόμους των οποίων η παράβαση τιμωρείται δίχως επιείκεια.

Είναι μία από τις πιο πολεμόχαρες φυλές γι’ αυτό κι έχουν έχθρες με τους περισσότερους, κυρίως με τα όρκς αλλά και με τα ξωτικά. Ζουν με την περιπέτεια και πεθαίνουν με την τιμή. Αντιπαθούν τη μαγεία και σπανίως τη χρησιμοποιούν. Τα όπλα που προτιμούν να χρησιμοποιούν είναι το τσεκούρι και η σφύρα.

Βάσει των γνωρισμάτων αυτών οι Νάνοι θυμίζουν μια ομάδα πολεμόχαρων Βίκινγκς, που ήρθαν στα ξαφνικά με το καράβι τους για να κατακτήσουν μια ακόμα ακτή. Άραγε ήταν πάντοτε έτσι ή μήπως και η δική τους φύση άλλαξε ανά τους αιώνες, κάτι που συνέβη σχεδόν με όλα τα πλάσματα της λογοτεχνίας του φανταστικού.

Προέλευση και λαϊκές αντιλήψεις

Τα συμπεράσματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι Νάνοι δεν είχαν πάντοτε τη μορφή με την οποία τους παρουσιάζουν σήμερα οι περισσότεροι συγγραφείς της φανταστικής λογοτεχνίας. Η μορφή τους υπέστη πολλές αλλαγές και αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε συγκρίνοντας τους σύγχρονους πολεμικούς dwarves με τους κλασσικούς εφτά από το παραμύθι της Χιονάτης, που μαθαίνουμε από τα παιδικά μας χρόνια.

Συγκρίνοντας τους Νάνους με τα Ξωτικά ανιχνεύουμε ομοιότητες αλλά και διαφορές. Η κύρια διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τα Ξωτικά, η φανταστική υπόσταση των Νάνων σε αρκετά μέρη της Γης επηρεάστηκε από τους αληθινούς νάνους, τους ανθρώπους που γεννήθηκαν με νανισμό. Στο μεσαίωνα μάλιστα, αλλά και πιο πριν, στους ελληνιστικούς χρόνους, οι νάνοι αυτοί χρησιμοποιούνταν για να διασκεδάζουν το κοινό με θεατρικά ή διάφορα χιουμοριστικά τεχνάσματα. Αξίζει να σημειωθεί πως οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Νάνους τη φυλή των Πυγμαίων, που ήταν όλοι τους μικροσκοπικοί και μαύροι, όπως οι φανταστικοί Νάνοι των παραδόσεων της μεσαιωνικής Ευρώπης. Με μια τέτοια μαρτυρία, λοιπόν, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός ότι η ελληνική μυθολογία, από την οποία οι ευρωπαϊκοί θρύλοι δανείστηκαν αμέτρητα στοιχεία, επηρέασε τη γέννηση των φανταστικών Dwarves. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, το μικρό και ευτράπελο επεισόδιο του μυθικού ήρωα Ηρακλή με τους νάνους Κέρκοπες, που προσπάθησαν να τον ληστέψουν, όσο ο ήρωας βρισκόταν στις ακτές της Λυδίας.

Βέβαια, όπως συνέβη με τα περισσότερα μυθικά πλάσματα, οι Νάνοι συνδέθηκαν με τη φαντασία των ανθρώπων μέσω της προσπάθειας να εξηγηθούν διάφορα φαινόμενα που προκαλούσαν αναστάτωση. Στους Νάνους έριχναν την ευθύνη για τους περίεργους θορύβους στα βάθη των ορυχείων, τα ατυχήματα των ανθρακωρύχων, τις κατολισθήσεις, την ανησυχία των οικόσιτων ζώων αλλά και τις ζημιές των σπιτιών, ακόμα και τις διάφορες αναποδιές στα καράβια. Με τον καιρό οι αντιλήψεις αυτές άλλαξαν και οι Νάνοι έγιναν πιο φιλικοί στον άνθρωπο, κρατώντας όμως σταθερά τα πόστα τους στα ορυχεία, τα σπήλαια, τα σπίτια και τους στάβλους.

Στις παραδόσεις που αναπτύχθηκαν, κυρίως, στη βόρεια Ευρώπη του μεσαίωνα οι Νάνοι παρουσιάζονται ως κοντά ανθρωπόμορφα όντα ή ως μικροσκοπικές οντότητες, άσχημες και φοβερές, που, όπως και οι δαίμονες, έχουν εχθρική διάθεση απέναντι στον άνθρωπο και μια διαρκή εμμονή να του κάνουν τη ζωή δύσκολη. Το Κακό συχνά είχε τη μορφή του κοντού, σχεδόν αόρατου πλάσματος, για να εξηγηθεί ίσως η παρουσία του παντού δίχως να γίνεται αντιληπτό. Οι Νάνοι πολλές φορές συνδέθηκαν με το Κακό και κυρίως με την απληστία. Τρανταχτά παραδείγματα ο πασίγνωστος Ρουμπελστίνσκιν των αδελφών Γκριμ και ο Μιμ, ο νάνος που φύλαγε το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν, από τον οποίο ο Τόλκιν αργότερα εμπνεύστηκε το χαρακτήρα του Γκόλουμ. Την εποχή μάλιστα που ο Τόλκιν έγραφε τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ένας άλλος συγγραφέας ο Σουηδός Περ Λάγκερκβιστ θα δημοσιεύσει το μυθιστόρημα του «Ο Νάνος», στο οποίο αφηγείται την ιστορία ενός μισάνθρωπου νάνου, που προσπαθεί να καταστρέψει τους πάντες, με σκοπό την εύνοια του πρίγκιπα και κατά συνέπεια, την κατάκτηση της εξουσίας. Το περιεχόμενο του βιβλίου, βέβαια, δεν εντάσσεται στο Φανταστικό αλλά στο Ιστορικό Μυθιστόρημα και ο πρωταγωνιστής δεν είναι νάνος-μυθικό πλάσμα, αλλά άνθρωπος που γεννήθηκε με νανισμό. Η αναφορά στο συγκεκριμένο έργο γίνεται για να φανεί ότι μέχρι και στα μισά του προηγούμενου αιώνα, το Κακό συνδέονταν με τις κοντές και τις μικροσκοπικές μορφές.

Πρώιμοι Νάνοι και Σκανδιναβικοί Μύθοι

Ποια είναι εν τέλει η φύση των Νάνων; Πολεμοχαρείς ήρωες; Ταραχοποιά πνεύματα της γης; Κωμικοί και καλοσυνάτοι παππούληδες; Μισάνθρωποι φονιάδες και φύλακες αμύθητων θησαυρών, όπως οι δράκοι; Όλα μαζί ή τίποτα από αυτά; Στην ουσία οι ιδιότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω, σχετικά με τους Νάνους, δεν ανήκουν εξολοκλήρου στην ίδια ράτσα μυθικών πλασμάτων. Άλλο πλάσμα είναι εκείνο που φοβερίζει τους ανθρακωρύχους, άλλο εκείνο που ενοχλεί τα ζωντανά και άλλο εκείνο που βοηθά στα οικιακά Το κοινό που έχουν αυτά τα πλάσματα ήταν το ύψος, οι μακριές γενειάδες, η εργατικότητα και φυσικά η απόσταση μακριά από το οπτικό πεδίο του ανθρώπου. Μιλάμε δηλαδή για Λεπρεκόνς, Κόμπολτς, Γνώμους, Ούλντρα, Ντόμοβους και διάφορα άλλα μικροσκοπικά όντα που παρεξηγήθηκαν ως Νάνοι, όπως συνέβη αντίστοιχα με τα Ξωτικά, τα οποία οι άνθρωποι μπέρδεψαν με τις νεράιδες, τα αερικά, τα στοιχειά, ακόμα και τα με τα τελώνια.

Πώς ήταν, λοιπόν, οι αυθεντικοί Dwarfes, που αργότερα τη θέση του (f) στο όνομά τους πήρε το (v), λόγω της παρέμβασης του γλωσσολόγου ακαδημαϊκού Τόλκιν, με αποτέλεσμα να προφέρονται και να γράφονται πλέον ως Dwarves;

Η πιο πιστή αναφορά σε λογοτεχνικό βιβλίο είναι αυτή της Χόλι Μπλακ, στο τέταρτο συγκεκριμένα βιβλίο από το «Χρονικό του Σπάιντεργουικ». Εκεί οι Νάνοι περιγράφονται ως κοντοί άνθρωποι, με μακριές γενειάδες, που ζουν στα υπόγεια και επεξεργάζονται την πέτρα, τα μέταλλα και τους πολύτιμους λίθους, δημιουργώντας τα πιο θαυμαστά αντικείμενα. Μπορούν να κατασκευάζουν μέχρι και δέντρα από ασήμι που να μοιάζουν με αληθινά. Τα μάτια των Νάνων είναι μικρά και σχεδόν τυφλά λόγω του σκότους μέσα στο οποίο ζούνε, το δέρμα τους χλωμό και τα μαλλιά τους σκούρα. Δεν δίνουν μεγάλη σημασία στο ρουχισμό τους, όμως τρελαίνονται για κάθε λογής κοσμήματα όπως βραχιόλια, δαχτυλίδια και περιδέραια, που κατασκευάζουν οι ίδιοι. Είναι ιδιαίτερα περήφανοι για τις κατασκευές τους αλλά και άπληστοι. Μάλιστα, στο συγκεκριμένο βιβλίο οι Νάνοι τιμωρούνται για την απληστία τους.

Κάπως έτσι ήταν λοιπόν οι Νάνοι της φαντασίας των Ευρωπαίων, που μέσα από παραδόσεις, παραμύθια, ποιήματα και λογοτεχνικά έργα επέζησαν ως τις μέρες μας και αναγνωρίστηκαν ως μια από τις πιο αγαπητές φυλές του φανταστικού. Η μορφή, αυτή καθαυτή, του Νάνου Dwarf ήταν περισσότερο διαδεδομένη στη Γερμανία και τις βόρειες χώρες.

Σύμφωνα με τη σκανδιναβική μυθολογία, λοιπόν, οι Νάνοι (Ντβέργκαρ) γεννήθηκαν από το νεκρό σώμα του Γίγαντα Ύμιρ. Όταν ο θεός Όντιν και οι αδελφοί του σκότωσαν τον Κοσμικό Γίγαντα, φτιάχτηκε η Γη, οι πέτρες και τα δάση, ενώ από τη σάρκα του βγήκαν κάμπιες που αναπαράχθηκαν με τον καιρό. Ο Όντιν έδωσε στα πλάσματα εκείνα ανθρώπινη μορφή, νοημοσύνη και σοφία. Έτσι έγιναν οι Νάνοι, κοντά ανθρωπάκια, χλομά και μαλλιαρά, που κρύβονταν από τον ήλιο, ώστε να μην γίνουν πέτρα (όπως τα τρολς). Είχαν ανεπτυγμένη την ικανότητα να κατασκευάζουν αντικείμενα, όπως κοσμήματα και όπλα, και μέσα από την τέχνη τους δημιουργήθηκαν τα ιερά όπλα των θεών όπως το δόρυ του Όντιν και το σφυρί του Θορ.

Πολλές φορές οι Νάνοι (Ντβέργκαρ) συγχέονταν ή συνδέονταν με τα Σκοτεινά Ξωτικά, δηλαδή με τα Σβάρταλφαρ και τα Ντόκαλφαρ, λόγω των κοινών χαρακτηριστικών. Δηλαδή του χλωμού δέρματος και των μαύρων μαλλιών (οι Νάνοι της σκανδιναβικής μυθολογίας είχαν μαύρες γενειάδες, εκτός από τους ηλικιωμένους που είχαν λευκές). Για αυτό και δεν ήταν ξεκάθαρο που βρισκόταν το βασίλειο τους. Η μία θεωρία τους ήθελε να κατοικούν στο Νινταβέλλιρ, έναν από τους Εννιά Κόσμους του Δέντρου της Ζωής (Υγκντράσιλ), η άλλη στον ίδιο κόσμο με τα Ξωτικά, όχι όμως στην επιφάνεια αλλά στα υπόγεια. Οι Νάνοι μπορεί να είχαν ομοιότητες με τα Σκοτεινά Ξωτικά, όμως σε αντίθεση με τα δεύτερα που ήταν ταραξίες, οι πρώτοι διέθεταν σοφία. Γι’ αυτό και λίγο αργότερα, οι Σκανδιναβοί συνέδεσαν τους Νάνους με την προγονολατρεία. Πίστευαν, δηλαδή, πως οι Νάνοι, αυτοί οι κοντοί και χλομοί άνθρωποι, ήταν τα πνεύματα των προγόνων τους.

Από τους Αδελφούς Γκριμ στους πρωτεργάτες του Φανταστικού

Στο πέρασμα των αιώνων, όπως άλλαξαν οι αντιλήψεις του κόσμου για τα πάντα, έτσι άλλαξαν και οι Νάνοι στη φαντασία των ανθρώπων. Κάποια από τα χαρακτηριστικά τους χάθηκαν, κάποια έμειναν ως είχαν ή άλλαξαν ελαφρώς. Έγιναν περισσότερο κωμικοί, πότε ανεγκέφαλοι και πότε σοφοί, άλλες φορές σύντροφοι και καλοί βοηθοί και άλλες άπληστοι μέχρι εκεί που δεν φτάνει. Ως αποτέλεσμα, σε πολλές χώρες γεννήθηκαν αμέτρητα παραμύθια και λαϊκοί θρύλοι όπου οι Νάνοι είχαν, αν όχι πρωταγωνιστικό, σίγουρα κάποιον μεγάλης σημασίας ρόλο. Στο «Βιβλίο των Νάνων» της Ρουθ Σάντερς, που κυκλοφόρησε το 1964, υπάρχουν δεκαεφτά τέτοιες ιστορίες από χώρες της Ευρώπης αλλά και της Ανατολής (Αραβία και Ιαπωνία). Και ποιος ξέρει πόσοι από εκείνους τους λαογραφικούς θησαυρούς θα είχαν μείνει σήμερα άγνωστοι, δίχως την πρωτοβουλία των Αδελφών Γκριμ, των πασίγνωστων παραμυθάδων που γυρνούσαν τη Γερμανία από άκρη σε άκρη, συλλέγοντας ιστορίες για μαγικά πλάσματα.

Η προσφορά των Γκριμ είναι σπουδαιότερη από όσο πιστεύουμε. Εκτός του ότι διέσωσαν τα λαϊκά παραμύθια από την αφάνεια στην οποία οδηγούσε η εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, έδωσαν λίγη από τη φλόγα τους στον συγγραφέα-πατέρα του σύγχρονου Φανταστικού, Τζον Ρόναλντ Τόλκιν. Ο ίδιος δήλωσε ότι έγραψε το «Χόμπιτ» έχοντας «δανειστεί» τους Νάνους των Γκριμ. Και όποιος έχει διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο, θα θυμάται πόσο ευχάριστες φυσιογνωμίες ήταν οι δεκατρείς Νάνοι που ταξίδεψαν μαζί με τον Μπίλμπο ως το Βουνό του Δράκου Νοσφιστή. Ήταν τότε που η λογοτεχνία του Φανταστικού περνούσε τη νηπιακή ηλικία της νεότερης φάσης της και άρχιζε να διανύει τα γλυκά χρόνια της νιότης της, συντροφιά με τα μαγικά πλάσματα των μύθων και των θρύλων. Οι Νάνοι δεν θα έλειπαν από τους πρώτους "κατεργάρηδες" του νεότερου Φανταστικού, τον Τόλκιν, τον Λιούις και τον Λόρδο Ντάνσανι. Οι δύο τελευταίοι αξιοποίησαν τους Νάνους στις ιστορίες τους, ειδικά ο Λιούις με τη «Νάρνια». Τα χαρακτηριστικά των Νάνων στα έργα τους δεν διαφέρουν από εκείνους των παραμυθιών: Κοντοί άνθρωποι, άλλοτε εύθυμοι άλλοτε πονηροί. Κοινό μάλιστα σημείο στις ιστορίες αυτών των δύο συγγραφέων (στο «Η Κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών» και στα πρώτα βιβλία της «Νάρνια») οι Νάνοι που είναι υποτακτικοί κάποιων άλλων. Στον Ντάνσανι υπηρετούν τα Ξωτικά. Στον Λιούις τη Μάγισσα Τσάντις και τους σφετεριστές της Νάρνια.

Μα πιο πολύ απ’ όλους οι Νάνοι έμελλε να εξυμνηθούν από τον Τόλκιν και από εκεί κι έπειτα να καταστούν παραδοσιακοί χαρακτήρες στους επόμενους συγγραφείς.

Οι Dwarfs που έγιναν Dwarves

Στο πρώτο μεγάλο έργο του Τόλκιν, το «Χόμπιτ» («There and back again» ο πρώτος του τίτλος), μια ομάδα Νάνων επισκέπτονται το χομπιτόσπιτο του Μπίλμπο Μπάγκινκς για να τον πάρουν μαζί τους σε ένα μακρινό ταξίδι, με σκοπό να τους βοηθήσει να ανακτήσουν το χαμένο τους θησαυρό από τον Δράκο Νοσφιστή. Κρίνοντας από την ομάδα εκείνη του Θόριν, οι Νάνοι φαίνονται να είναι τυχοδιώκτες, απερίσκεπτοι, γκρινιάρηδες και φαφλατάδες, αλλά παράλληλα και καλοπροαίρετοι, φιλικοί, ευδιάθετοι κι έντιμοι. Στο συγκεκριμένο έργο αναδεικνύεται και μια καλλιτεχνική τους πλευρά, η οποία σχετίζεται με τη μουσική. Μην ξεχνάμε ότι ο Μπίλμπο θέλησε να ταξιδέψει μαζί με τους φαφλατάδες Νάνους αφού άκουσε το τραγούδι τους, ένα τραγούδι που ξυπνούσε την όρεξη για περιπέτεια και για ταξίδια μακρινά.

Αξιοποιώντας, λοιπόν, τους Νάνους των Αδελφών Γκριμ και δίνοντας τους ονόματα από την Σκανδιναβική Μυθολογία, (τα ονόματα που φέρουν οι δεκατρείς Νάνοι στο «Χόμπιτ» ανήκαν σε Νάνους των μύθων), ο Τόλκιν εισήγαγε τους φίλους του Φανταστικού στη Μέση Γη και τα πλάσματα της. Αλλά ένας τόσο ανήσυχος μυθοπλάστης δεν θα στεκόταν απλώς στην ιστορία μιας συντροφιάς Νάνων κι ενός κλέφτη. Άλλωστε, στο «Χόμπιτ» φάνηκε ότι υπήρχε τεράστιο υπόβαθρο για έναν επικό κόσμο με τη Μάχη των Πέντε Στρατών, στο τέλος του βιβλίου. Εκεί ο Τόλκιν τόνισε τις αρετές των Νάνων στον πόλεμο. Γενναίοι και δυναμικοί, με αντοχή ασύγκριτη και όπλα διψασμένα για το αίμα των μεγαλύτερων αντιπάλων τους, των Ορκς και των Γκόμπλινς. Τώρα πια οι Νάνοι θα έχουν τα δικά τους βασίλεια και δεν θα ζουν σκόρπια, σε σπηλιές ή καλύβες, στα βάθη του δάσους, πόσο μάλλον σε επικράτειες και παλάτια που ανήκουν σε άλλες φυλές. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι πριν από τον Τόλκιν, εξολοκλήρου βασίλειο Νάνων αναφέρονταν στο μεσαιωνικό μυθιστόρημα του Γάλλου τροβαδούρου Χριτίν ντε Τρουα, με τίτλο «Έρεκ και Ενίντ».

Στη συνέχεια του «Χόμπιτ», την τριλογία ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών», ο Τόλκιν δεν έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στη φυλή των Νάνων, αν και γίνεται αναφέρεται συχνά αυτούς. Μέσα από το χαρακτήρα του Γκίμλι τόνισε την αρχοντική τους φύση, την περηφάνια και την τιμή τους, την δεξιοτεχνία και την αρετή στη μάχη, όπως επίσης και τη διαχρονική έχθρα των Νάνων με τα Ξωτικά. Για ακόμα μία φορά τιμήθηκε η τέχνη των Νάνων στην επεξεργασία της πέτρας και των μετάλλων, (από την κατασκευή των μαγικών δαχτυλιδιών μέχρι την εντυπωσιακή υπόγεια πόλη Μόρια) και πάλι τονίστηκε η απληστία τους (κυρίως μέσα από τις αναφορές στη Μόρια και τον δαίμονα Μπάλρογκ).

Τα περισσότερα για τους Νάνους ο Τόλκιν τα έγραψε στο «Σιλμαρίλιον», το έργο του περί κοσμογονίας της Μέσης Γης. Στο «Σιλμαρίλιον», λοιπόν, μαθαίνουμε ότι οι Νάνοι "κατασκευάστηκαν" από τον θεό Άουλε, το σιδηρουργό των Βάλαρ, πριν κιόλας γεννηθούν οι Άνθρωποι και τα Ξωτικά. Γνωρίζοντας ο Άουλε την φθορά που προκαλούσε ο κακός θεός Μέλκορ (Μόργκοθ) στα παιδιά των άλλων θεών (έτσι δημιουργήθηκαν οι Ορκς), έκανε τους Νάνους ανθεκτικούς στο κρύο και τη ζέστη και τους εξόπλισε με πείσμα και υπομονή. Ως αποτέλεσμα δημιουργήθηκε μια φυλή γενναίων πολεμιστών, κοντών και αιωνόβιων, με δική τους μυστική γλώσσα, αγάπη στα όπλα, τη μεταλλουργία και τη σιδηρουργία. Οι Νάνοι μπορεί να γεννήθηκαν πρώτοι από τις άλλες φυλές, ωστόσο επειδή ήταν γραφτό στη Μέση Γη να περπατήσουν πρώτα τα Ξωτικά, οι Νάνοι κοιμήθηκαν για αρκετούς αιώνες στα υπόγεια του κόσμου, μέχρι να ακολουθήσουν κι αυτοί το δικό τους δρόμο.

Σύγχρονοι Νάνοι

Τα χαρακτηριστικά που έδωσε ο Τόλκιν στη φυλή των Νάνων επρόκειτο να περάσουν σαν παράδοση στους σύγχρονους συγγραφείς του είδους. Στα περισσότερα έργα φαντασίας, κυρίως σε εκείνα που άνθισαν στην Αμερική και λιγότερο στην Ευρώπη, οι Νάνοι στέκονται επάξια πλάι στα Ξωτικά, τα Ορκς, τους Δράκους και τους Γίγαντες. Από τις ιστορίες της «Dragonlance» έως των «Forgotten Realms». Από τον κόσμο του «Warhammer» μέχρι τον κόσμο του «Warcraft». Από τον Ρέιμοντ Φέιστ στον Κρίστοφερ Παολίνι, από τον Άλαν Γκάρνερ στον Τέρι Μπρουκς και από τον Τέρι Πράτσετ στον Όουεν Κόλφερ, οι Νάνοι αναλαμβάνουν δράση σε μακρινά ταξίδια, επικές μάχες και μυθικές αναμετρήσεις. Οι μετά τον Τόλκιν συγγραφείς τονίζουν την ανδρεία των Νάνων, τον επιθετικό και οξύθυμο χαρακτήρα, την παραξενιά και ξεροκεφαλιά, την αντιπαλότητα με τις άλλες φυλές, καθώς επίσης και τη συντροφικότητα, τη φιλία, την αγάπη για τα καλά όπλα και την έχθρα απέναντι στη μαγεία. Σε όσες ιστορίες υπάρχουν Νάνοι (έστω κι ένας), ο αναγνώστης απολαμβάνει στιγμές έντασης, μαχητικής υπεροχής, ατσάλινης θέλησης και αποφασιστικότητας, από μια φυλή που παρότι μισεί τη μαγεία, προσφέρει τη δική της ξεχωριστή μαγεία στους σύγχρονους φανταστικούς μύθους.

Λίγες είναι οι διαφορές των Νάνων από κόσμο σε κόσμο στους σύγχρονους συγγραφείς. Τα χαρακτηριστικά μένουν τα ίδια, οι προτιμήσεις δεν αλλάζουν, η συμπεριφορά κυμαίνεται ανάμεσα στη σοφία και την αδιαλλαξία, συχνά στην τιμή και σπανίως στην πονηριά. Ο ρόλος των Νάνων μένει απαράλλακτος αφού συνήθως ακολουθούν ως σύντροφοι, προστάτες και πιστοί φίλοι, ενώ σπάνια πρωταγωνιστούν.

Όπως εκείνοι του Τόλκιν, έτσι και οι Νάνοι των μεταγενέστερων έχουν δημιουργηθεί από θεούς σφυρηλάτες ή θεότητες που σχετίζονται με τη φωτιά και τη γη. Τα παλάτια και οι πόλεις τους βρίσκονται ψηλά στα βουνά ή μέσα σε αυτά, τα έργα τους προκαλούν δέος στους ξένους, η πολεμική τους εκπαίδευση σκληρή και η μαχητική τους ικανότητα αξεπέραστη. Τάσσονται υπέρ του Καλού και παρότι στους περισσότερους κόσμους έχουν διαμάχες με τα Ξωτικά, στους μεγάλους πολέμους οι δύο φυλές συμμαχούν για να αντιμετωπίσουν τις εχθρικές ορδές. Άλλοτε τους βλέπουμε να χρησιμοποιούν πυροβόλα όπλα εξίσου καλά με τα κλασσικά τσεκούρια τους και άλλοτε να πετούν πάνω σε γκρίφονς (γρύπες κατά την Ελληνική Μυθολογία) ή να πολεμούν πλάι σε εξημερωμένες αρκούδες. Αυτό που δεν λείπει σχεδόν ποτέ από κανέναν κόσμο είναι το νορβηγικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την κουλτούρα τους. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Νάνοι θυμίζουν μικρογραφίες Νορβηγών πολεμιστών.

Αξίζει βέβαια να σημειωθούν και ορισμένες αλλαγές που υπέστηκαν. Στον κόσμο του Φαερούν, τον κόσμο του RPG «Dungeons&Dragons» τον οποίο τίμησε πληθώρα συγγραφέων, εκτός από τους κανονικούς Dwarves υπάρχουν και οι Duergar ή Γκρίζοι Νάνοι. Αυτή η φυλή μοιάζει αρκετά με τους Νάνους της Σκανδιναβικής Μυθολογίας, καθώς τα πλάσματα αυτά έχουν χλωμό δέρμα, μαύρα μαλλιά, ζουν στα υπόγεια και είναι σχεδόν τυφλά. Όπως και οι αντίστοιχοι Ντρόου (τα Σκοτεινά Ξωτικά), έτσι και οι Ντουέργκαρ (ή Ντάεργκαρ) λατρεύουν σκοτεινές θεότητες και δεν έχουν καθόλου καλές σχέσεις με τις φυλές της επιφάνειας. Φυσικά οι Γκρίζοι Νάνοι δεν είναι οι μόνοι διαφορετικοί που υπάρχουν στο Φαερούν. Αν εμβαθύνουμε περισσότερο στον συναρπαστικό του κόσμο θα βρούμε, τουλάχιστον, δέκα ακόμα φυλές Νάνων, τα γνωρίσματα των οποίων διαφέρουν λόγω του περιβάλλοντος και των συνθηκών κάτω από τις οποίες ζουν.

Στον κόσμο του Κριν (Dragonlance) εκτός από τους Νάνους των Λόφων και των Βουνών υπάρχουν και οι Ρακοσυλλέκτες Νάνοι (Gully Dwarves), σιχαμερά πλάσματα που ευτελίζουν το είδος των Νάνων. Είναι άκακοι και δεν πειράζουν κανέναν, η νοημοσύνη τους όμως είναι εξαιρετικά χαμηλή.

Στον κόσμο του «Dark Sun», ένα περιβάλλον που θυμίζει το «Dune» του Φρανκ Χερμπερτ, οι Νάνοι δεν είναι καθόλου όπως τους έχουμε συνηθίσει. Παρότι δυνατοί και άξιοι στα όπλα, δεν έχουν γενειάδες, ούτε καν μαλλιά. Γενικότερα σ’ εκείνον τον κόσμο, όλα τα πλάσματα της φαντασίας είναι κάπως περίεργα.

Στη σειρά «Αρτέμης Φάουλ» του Όουεν Κόλφερ, οι Νάνοι δεν είναι και τόσο πολεμικοί αλλά θυμίζουν γαιoσκώληκες, καθώς σκάβουν τούνελ μέσα στο έδαφος με ιδιαίτερη ταχύτητα και τρώνε πέτρες.

Σε μερικούς κόσμους οι γυναίκες των Νάνων, οι θηλυκές Dwarves, φέρουν επίσης γενειάδα, όπως και οι αρσενικοί. Είναι κάτι που ξεκίνησε από τον Τόλκιν (ο φίλος του ο Λιούις δεν ήταν και τόσο σύμφωνος) και ακολουθήθηκε από κάποιους μεταγενέστερους. Ο Τέρι Πράτσετ, πάντως, έτσι παρουσιάζει τις γυναίκες Νάνους. Ωστόσο, οι περισσότεροι αποφεύγουν να τις παρουσιάσουν με μούσια.

Γιώργος Χατζηκυριάκος,
επίτιμο μέλος Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.