Μετά το τέλος της εποχής του Ρομαντισμού, το οποίο, συμβατικά, μπορούμε να προσδιορίσουμε γύρω στο 1850 μ.Χ, ο δυτικός κόσμος εισήλθε σε μια νέα ιστορική εποχή. Τα πνευματικά γνωρίσματα, που παρουσίασε η νέα αυτή εποχή στην αρχική της φάση, ήταν παρόμοια με εκείνα που χαρακτήριζαν την Ευρώπη πριν το ξέσπασμα της ρομαντικής αντίδρασης. Οι δυνάμεις της νεωτερικότητας κυριάρχησαν ολοκληρωτικά, και αυτή την φορά οριστικά, ενώ το μέλλον της λογοτεχνίας του φανταστικού, και των υπολοίπων ρομαντικών μορφών τέχνης, άρχισε να διαγράφεται δυσοίωνο.
Κατά τα πρώτα χρόνια του δευτέρου μισού του 19ου αιώνα, δυο πνευματικά ρεύματα επικράτησαν. Το νεωτεριστικό και το παραδοσιακό. Οι εκφραστές του νεωτεριστικού ρεύματος επιθυμούσαν την προσαρμογή στις επιταγές των μοντέρνων καιρών και την αφομοίωση όλων των νέων προτάσεων που εξέφραζε η νέα εποχή. Από την άλλη, οι εκφραστές του παραδοσιακού ρεύματος αναδιπλώθηκαν στην αυστηρή τήρηση κάποιων παλαιών, κλασικών δογμάτων. Το παραδοσιακό ρεύμα χαρακτηρίστηκε από μια κλασικιστική εμμονή και διέκοψε την επαφή με την ρομαντική διανόηση, που αποζητούσε το βύθισμα στους μύθους και στις παραδόσεις επιδιώκοντας την ενεργοποίησή τους μέσα από νέα σχήματα πολιτισμού.
Η εποχή του Μοντερνισμού είχε γεννηθεί και το πνεύμα της νεωτερικότητας είχε, πλέον, παγιωθεί ως κυρίαρχη πολιτισμική σταθερά. Σε αυτό το πλαίσιο οι διδαχές του Διαφωτισμού είχαν επιστρέψει στο προσκήνιο. Ο ορθολογισμός και η επιστημονική σκέψη αποτέλεσαν τις παλινορθωμένες θεότητες του κόσμου της διανόησης. Η πρακτική λατρεία του ορθολογισμού και του επιστημονισμού έλαβε χώρα μέσα από το πλαίσιο του θετικισμού. Ο θετικισμός ήταν ένα από τα πρώτα πνευματικά ρεύματα της μοντέρνας εποχής, το οποίο απέκτησε την ονομασία αυτή, επειδή εξέφρασε την κληρονομημένη από το Διαφωτισμό πεποίθηση ότι η εξέλιξη των επιστημών και η πρόοδος της ορθολογικής σκέψης, θα οδηγούσε στη λύση όλων των προβλημάτων και τον άνθρωπο στην επί της γης ευτυχία (θεώρησε δηλαδή, ότι το μέλλον θα είχε θετική εξέλιξη, γι’ αυτό και ονομάστηκε θετικισμός). Γεννήτορας του θετικισμού θεωρείται ο πρώτος κοινωνιολόγος, ο Γάλλος Αύγουστος Κοντ, ο οποίος πίστευε ότι με τη δημιουργία της κοινωνιολογίας θα καταργούσε την φιλοσοφία, γιατί η κοινωνιολογία και οι υπόλοιπες επιστήμες θα αποτελούσαν τα φάρμακα για τα κοινωνικά δεινά, πράγμα που θα άδειαζε την φιλοσοφία από περιεχόμενο.
Οι εξελίξεις στα καλλιτεχνικά και στα λογοτεχνικά δρώμενα δεν θα μπορούσαν παρά να είναι συμβατές με τη γενικότερη θετικιστική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην κοινωνία. Έτσι, ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός γκρέμισαν την ρομαντική φανταστική λογοτεχνία από το θρόνο της και έγιναν τα κυρίαρχα ρεύματα της λογοτεχνικής έκφρασης. Όπως είναι γνωστό, τα δύο αυτά ρεύματα πρόβαλαν μια λογοτεχνία, η οποία αποτέλεσε πιστή αντανάκλαση της πραγματικότητας και καταπιάστηκε με θέματα της καθημερινότητας (κυρίως με ζητήματα κοινωνικής παθογένειας του αστικού κόσμου των μεγάλων πόλεων). Ουσιαστικές διαφορές δεν είχαν, απλά ο Νατουραλισμός, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν πιο «ωμός» από τον Ρεαλισμό και στράφηκε περισσότερο προς την καταγγελία για την εξαθλίωση και την καταπίεση του ανθρώπου. Πατρίδα και των δύο δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την μητέρα του Διαφωτισμού και των αστικών επαναστάσεων, τη Γαλλία. Πρώτος εκφραστής του ρεαλισμού υπήρξε ένας παλιός ρομαντικός, ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Μαντάμ Μποβαρί» Γκυστάβ Φλομπέρ25, και εισηγητής του νατουραλισμού ο Εμίλ Ζολά.
Ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός θεωρήθηκαν οι δυο πρώτες λογοτεχνικές εκφράσεις του Μοντερνισμού. Ο Μοντερνισμός αποτέλεσε μια ευρεία κοσμοαντίληψη, που εξέφρασε το πνεύμα της προόδου των νέων καιρών και εντός του πεδίου της χώρεσαν πολλές πνευματικές τάσεις.
Απέναντι από τον ορθολογισμό και τον πραγματισμό του Μοντερνισμού στάθηκε η «μνημειακή» αναδίπλωση του Κλασικισμού. Ο Κλασικισμός άφησε μια σημαντική κληρονομιά στην αρχιτεκτονική, αλλά από εκεί και πέρα αποτέλεσε μια καλλιτεχνική αντίληψη άνευ ουσίας, η οποία είχε και αυτή τις ρίζες της στο Διαφωτισμό. Ουσιαστικά, ήταν μια πιο συντηρητική και πιο μετριοπαθής κληρονομιά του Διαφωτισμού, που συσπείρωσε τους καλλιτέχνες οι οποίοι ήταν κληρονόμοι του Διαφωτισμού, αλλά δεν μπορούσαν να βρουν θέση μέσα στο έντονα προοδευτικό περιβάλλον του Μοντερνισμού.
Ήρθε, όμως, η εποχή που ο ορθολογισμός και το θετικιστικό πνεύμα διέψευσαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει. Μετά το 1890 η επιστήμη πλήχθηκε, μιας και νέες έρευνες αμφισβήτησαν τις βεβαιότητες που είχαν δημιουργηθεί. Παράλληλα, στον χώρο των τεχνών ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός άρχισαν να χάνουν έδαφος. Ωστόσο, η αμφισβήτηση αυτή δεν προήλθε από κάποιο πολιτιστικό κίνημα που συνδεόταν με την φανταστική λογοτεχνία. Αντίθετα, αποτέλεσε έκφραση ενός εσωτερικού μοντερνιστικού κινήματος, το οποίο ευαγγελίστηκε την απόλυτη πρόοδο, την οριστική ανατροπή των παραδοσιακών αξιών και την ολοκληρωτική ρήξη με το πλαίσιο της λογοτεχνίας του φανταστικού.
Οι εκφραστές του κινήματος αυτού θεώρησαν ότι η πρόοδος που είχαν πετύχει ο Ρεαλισμός και ο Νατουραλισμός στις τέχνες και στις συνειδήσεις των ανθρώπων ήταν απλά μια αρχή. Προκειμένου να εκφραστούν, χρησιμοποίησαν κάποιους από τους τρόπους του Ρομαντισμού, μεταξύ αυτών και την φαντασία. Το συγκεκριμένο γεγονός έχει γεννήσει συγχύσεις κι έχει κάνει αρκετούς αναγνώστες να μπερδέψουν την εσωτερική μοντερνιστική αντιπαράθεση προς τον ορθολογισμό με την λογοτεχνία του φανταστικού. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το κίνημα αυτό αποτέλεσε την μήτρα από την οποία προέκυψαν τα ρεύματα της Πρωτοπορίας (Avant Garde) και η Πρωτοπορία δεν έχει καμιά οργανική ενότητα με την λογοτεχνία του φανταστικού.
Τα πρώτα κινήματα του μοντέρνου πνεύματος που αντιπαρατέθηκαν στον Ρεαλισμό ήταν ο Ιμπρεσιονισμός και ο Συμβολισμός. Ακολούθησαν ο Φοβισμός, ο Κυβισμός, ο Εξπρεσιονισμός, ο Φουτουρισμός, ο Ντανταϊσμός, ο Σουρεαλισμός και πολλά άλλα. Ο Συμβολισμός και ο Εξπρεσιονισμός διατήρησαν αρκετά στοιχεία του Ρομαντισμού, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν ήταν Ρομαντισμός, ούτε φυσικά λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Σουρεαλισμός διατήρησε σχετικά λιγότερα, ωστόσο είναι αυτός που πολλές φορές μπερδεύεται στις αναφορές για την φανταστική λογοτεχνία.
Για να αποφύγουμε τις συγχύσεις θα ήταν καλό να θυμηθούμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά του Σουρεαλισμού (Υπερρεαλισμού). Όπως δήλωσε ο επικεφαλής του κινήματος αυτού, Αντρε Μπρετόν, «ο Υπερρεαλισμός είναι ένας γνήσιος, ψυχικός αυτοματισμός, με τον οποίο εκφράζει κανείς γραπτά, είτε προφορικά ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την αληθινή λειτουργία της σκέψης. Μια υπαγόρευση της σκέψης χωρίς κανένα έλεγχο και πέρα από κάθε αισθητική ή ηθική έννοια». Επίσης, στην «Διακήρυξη των Σουρεαλιστών» της 27ης Ιανουαρίου του 1925, στο πρώτο άρθρο αναφέρονται τα εξής: «(Οι Υπερρεαλιστές) δεν έχουμε καμία σχέση με την λογοτεχνία. Αλλά μπορούμε να την χρησιμοποιήσουμε αν χρειαστεί, όπως όλος ο κόσμος» και στο δεύτερο «ο Υπερρεαλισμός δεν είναι κανένα καινούργιο ή ευκολότερο μέσο έκφρασης, ούτε κάποια μεταφυσική της ποίησης. Είναι ένα μέσο για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του πνεύματος και όλων όσων του μοιάζουν»26 . Αυτά είπαν οι Υπερρεαλιστές, και πολλά άλλα, τα οποία καταδεικνύουν ότι το κίνημά τους, (μέσω του οποίου οραματίστηκαν να «αλλάξουν τον κόσμο», σύμφωνα με τις επιταγές μιας πρώιμης, αποδομιστικής και εναλλακτικά αριστερής αντίληψης), δεν συνδέεται με το πεδίο της λογοτεχνίας του φανταστικού. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μας σε αυτό το θέμα, κρίνεται φρόνιμο να υπενθυμιστεί το ότι η χρήση της φαντασίας από τους υπερρεαλιστές, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει τα έργα τους ως έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου, την φαντασία τους ενεργοποίησαν και οι ρεαλιστές λογοτέχνες. Τα έργα τους, που αντανακλούσαν την πραγματικότητα, ήταν φανταστικές κατασκευές των δημιουργών. Ήταν μυθιστορήματα, δηλαδή, και όχι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, ούτε ιστορικές αναλύσεις. Ωστόσο, πολύ ορθά, κανείς δεν τα θεωρεί έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Το ίδιο ισχύει και για τον Υπερρεαλισμό και τα υπόλοιπα κινήματα της Πρωτοπορίας. Για να θεωρηθεί ένα έργο μέρος της λογοτεχνίας του φανταστικού, απαιτείται η εκπλήρωση επιπλέον κριτηρίων στα οποία έχουμε αναφερθεί, στο πρώτο μέρος ετούτου του δοκιμίου.
Στα πλαίσια του βιομηχανοποιημένου περιβάλλοντος της νεωτερικής εποχής, (κύρια χαρακτηριστικά του οποίου υπήρξαν η γενικευμένη ανταλλαξιμότητα, η τεχνοκρατία, ο ατομικισμός και το όραμα της παγκοσμιότητας), η λογοτεχνία του φανταστικού αποτέλεσε την μόνη ρομαντική έκφραση που συνέχισε να υπάρχει, συνεχίζοντας να διαγράφει μια ιστορική τροχιά, οι αφετηρίες τις οποίας ανιχνεύονται στην αυγή του ανθρωπίνου πολιτισμού. Μετά το τέλος της εποχής κατά την οποία κυρίαρχο πνευματικό κίνημα υπήρξε ο Ρομαντισμός, η φανταστική λογοτεχνία αποτέλεσε έναν πνευματικό τόπο για τους ονειρευτές, τους απόκοσμους και τους νοσταλγούς συγγραφείς και αναγνώστες. Κύριο γνώρισμά της αποτέλεσε η απομόνωση. Η ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων και ο ερχομός της νεωτερικής εποχής, έκανε όλους τους «βάρδους του παράξενου», που φιλοξενούσε ο χώρος της λογοτεχνίας του φανταστικού, να αντιληφθούν ότι οι ιδέες τους δεν επρόκειτο ποτέ να αποκτήσουν πρακτική εφαρμογή, ούτε και να συγκινήσουν μεγάλα πλήθη ανθρώπων, τα οποία εκείνη την εποχή άρχιζαν να κατευθύνονται από τον τύπο, από ακαδημαϊκές έδρες και από πολιτικά κόμματα. Συνεπώς, το μόνο που τους είχε απομείνει ήταν τα ταξίδια στους κόσμους των ονείρων και της φαντασίας, τα οποία τους πρόσφεραν οι μαγικοί προορισμοί της φανταστικής λογοτεχνίας. Κι επειδή αυτά τα ταξίδια δεν ήταν πια καθόλου δημοφιλή, οι λίγοι ταξιδευτές που απέμειναν αποτέλεσαν μια απόμακρη μειοψηφία.
Η κρίσιμη περίοδος που περιγράφουμε εκτείνεται, χονδρικά, από το 1850 έως το 1875. Οι τελευταίοι εκφραστές του Ρομαντισμού, που εξακολούθησαν να δραστηριοποιούνται στον χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάζοντας ποιοτικές δουλειές, ήταν κυρίως ποιητές. Ο Άλφρεντ Τέννυσον και το ζεύγος Μπράουνινγκ, αν και διατήρησαν ως αφετηρία τους την ρομαντική λογοτεχνική αντίληψη και κατάφεραν να διακριθούν, δεν συνέβαλλαν στην αναζωογόνηση του ρομαντικού πνεύματος και της λογοτεχνίας του φανταστικού.
Αντιθέτως, ο Τζων Ράσκιν, μολονότι έπαψε να καταπιάνεται με την λογοτεχνία, συνέχισε ως κριτικός τέχνης να καταγγέλλει την νεωτερική εποχή και να εκφράζει την ρομαντική αισθητική στις τέχνες, στα γράμματα και στην πολιτική. Με μια σειρά από σημαντικά δοκίμια αισθητικής και κοινωνικής κριτικής, ο Ράσκιν αποτέλεσε έναν σπουδαίο στοχαστή της βικτοριανής Αγγλίας, που εμπνεόμενος από τις ιδέες του Τόμας Καρλάιλ, του Ρόμπρετ Σάουθευ, του Γουόλτερ Σκοτ και άλλων βρετανών ρομαντικών, αποτύπωσε μέσα από έργα όπως το ΄΄Stones of Venice΄΄- «Μάρμαρα της Βενετίας» (1853), ΄΄Unto this Last΄΄- «Μέχρις αυτό το τελευταίο» (1860), ΄΄Time and Tide΄΄- «Ο χρόνος και η παλίρροια» (1867), ΄΄The storm cloud of nineteenth century΄΄- «Το σύννεφο της καταιγίδας του 19ου αιώνα» (1884), μια ιδιάζουσα αντίληψη των πραγμάτων, η οποία ήταν γνήσια ρομαντική, αδιάλλακτα αντινεωτερική και επηρέασε αρκετούς στοχαστές. Ο Ράσκιν αναπόλησε την εποχή της μεσαιωνικής γοτθικής τέχνης, όπου ο ουρανός ήταν ιερός και ο κόσμος μαγεμένος. Υποστήριξε ότι μοναχά η μαγεία αυτού του γοτθικού κόσμου μπορούσε να διεγείρει τις δημιουργικές δυνατότητες της φαντασίας και να οδηγήσει στην μεγάλη τέχνη. Η κορωνίδα της τέχνης είναι η γοτθική τέχνη και σε αυτήν συμπυκνώνονται η συμπάθεια με την φύση και η πλησμονή της φαντασίας(27). Παράλληλα, το νοσταλγικό αυτό παρελθόν προσφέρει την εικόνα μιας ανθρώπινης κοινότητας, ενωμένης με δεσμούς αλληλεγγύης και αγάπης. Οι αδελφικοί δεσμοί της κοινότητας αυτής συνοδεύονται από την απόλυτη υπακοή στον αρχηγό. Ο πόλεμος και η αυστηρή διοίκηση είναι δημιουργοί αξιών και η αφοσίωση στη δίκαιη εξουσία είναι θεμελιώδης αρχή της φύσης του αρχαίου και του μεσαιωνικού μεγαλείου.
Το 1851 ο Ράσκιν αρχίζει να υποστηρίζει και να προβάλλει στους πνευματικούς κύκλους της Βρετανίας την Προραφαηλιτική Αδελφότητα. Η αδελφότητα αυτή είχε ιδρυθεί από τον ποιητή και ζωγράφο Γκάμπριελ Ντάντε Ροσέτι το 1848 στην Αγγλία. Στην Αδελφότητα συμμετείχαν οι ζωγράφοι Γουίλιαμ Χαντ και Έβερετ Μιλλαί, ο γλύπτης Τόμας Γούλνερ, ο αδελφός του Ροσέτι, Ουίλιαμ Μάικελ και άλλοι στοχαστές. Η Αδελφότητα ονομάστηκε Προραφαηλιτική γιατί επηρεάστηκε από τους ζωγράφους του 14ου και του 15ου αιώνα μ.Χ, που προηγούνταν του Ραφαήλ. Υποστήριξε ότι στην τέχνη σκοπός είχε την κατάκτηση της πρωταρχικής καθαρότητας της μορφής, μέσα από μια θρησκευτική αντίληψη της φύσης. Τα λογοτεχνικά πρότυπα των προραφαηλιτών ήταν ο Δάντης, οι λαϊκές μπαλάντες, οι κέλτικοι μύθοι και η λογοτεχνία του φανταστικού εν γένει. Το 1850 δημιουργήθηκε το περιοδικό της Αδελφότητας, που έφερε τον τίτλο «Ο Σπόρος».
Ο Γκάμπριελ Ντάντε Ροσέτι αποτέλεσε τον ηγέτη της ομάδας και τον σημαντικότερο εκφραστή του πνεύματός της. Ο σπουδαίος αυτός Άγγλος καλλιτέχνης εικονογράφησε τους θρύλους του βασιλιά Αρθούρου και έργα των Σαίξπηρ και Δάντη. Συνδύασε την ποίηση και την ζωγραφική, εκφράζοντας την ονειρική ατμόσφαιρα, τον υποβλητικό ρομαντισμό και τη δύναμη της συγκίνησης. Το 1862 πέθανε από υπερβολική χρήση λαυδάνου η γυναίκα του Ροσέτι, Ελίζαμπεθ Σιντάλ. Ο Ροσέτι έθαψε μαζί με το πτώμα της γυναίκας του το μοναδικό ολοκληρωμένο χειρόγραφο των ποιημάτων του. Το 1869 ξέθαψε το χειρόγραφο και το 1870 εξέδωσε το έργο «Ποιήματα». Σπουδαία ποιήματά του υπήρξαν «Η ευλογημένη δεσποινίδα», «Το σπίτι της ζωής», «Ρέμβη», «Τα όρια της θάλασσας» και άλλα. Αφού έζησε για πολλά χρόνια απομονωμένος με συντροφιά τα αγαπημένα του κατοικίδια, πέθανε το 1882, ένα χρόνο μετά την έκδοση της δουλειάς του που έφερε τον τίτλο «Μπαλάντες και Σονέτα».
Το 1856 εντάχθηκαν στην Προραφαηλιτική Αδελφότητα ο Έντουαρντ Μπερν Τζόουνς και ο Γουίλιαμ Μόρρις, δίνοντάς της έναν χαρακτήρα κοινωνικής διαμαρτυρίας κατά του υλισμού και της βιομηχανικής παραγωγής. Η ομάδα άρχισε να εκφράζει ένα πνεύμα με ξεκάθαρα ανατρεπτικό πολιτικό χαρακτήρα, το οποίο τις χάρισε υποστηρικτές και από τους χώρους της πολιτικής διανόησης. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι υποστηρικτές της ήταν κατά κύριο λόγο αντινεωτεριστές, που ασφυκτιούσαν μέσα στα πλαίσια του μοντέρνου κόσμου. Ωστόσο, το εντυπωσιακό της υπόθεσης είναι ότι ορισμένοι προέρχονταν από τον χώρο του ριζοσπαστικού συντηρητισμού και του εθνικισμού, ενώ οι υπόλοιποι από εκείνον της άκρας αριστεράς! Πηγές αυτής της σύγκλισης υπήρξαν οι δυο πυρήνες της πολιτικής σκέψης που εξέφρασε η Αδελφότητα. Ο δεξιός, που δομήθηκε με βάση τους πολιτικούς και κοινωνικούς στοχασμούς του Τζων Ράσκιν και ο αριστερός, που βασίστηκε σε εκείνες του Γουίλιαμ Μόρρις.
Ο ερχομός του Γουίλιαμ Μόρρις αποτέλεσε τομή για την Αδελφότητα και πολύ σημαντικό γεγονός για την λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Μόρρις ήταν συγγραφέας, καλλιτέχνης και πολιτικός στοχαστής. Αποτέλεσε έναν από τους κορυφαίους δημιουργούς της φανταστικής λογοτεχνίας και καταπιάστηκε με τη δημιουργία παραμυθιών και ηρωικών επών. Το πρώτο σημαντικό γεγονός που έφερε η παρουσία του στα πνευματικά δρώμενα ήταν η υποστήριξη του επικού φανταστικού μυθιστορήματος. Βασιζόμενος στην μεσαιωνική και στην ομηρική αισθητική, ο Μόρρις επανέφερε το ηρωικό έπος στο προσκήνιο, ανοίγοντας το δρόμο για τη γέννηση του λεγόμενου «sword’n sorcery», δηλαδή του ενός από τα κυριότερα ρεύματα της σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού. Είναι ευρέως γνωστό ότι ο Μόρρις αποτέλεσε μια από τις βασικές επιρροές του Τόλκιν και καθόλου άδικα, πολλοί τον θεωρούν ως τον πατέρα της νεότερης επικής φανταστικής λογοτεχνίας.
Το δεύτερο σημείο που αξίζει προσοχής είναι οι πολιτικές του απόψεις. Ο Μόρρις στράφηκε προς τον σοσιαλισμό και έγινε ιδρυτικό μέλος του «Σοσιαλιστικού Συνδέσμου». Εξέφρασε μια ιδιότυπη μορφή αριστερής πολιτικής σκέψης, αφού δήλωνε ανυποχώρητος κομμουνιστής και μαχητικός «κόκκινος», ενώ ταυτόχρονα καταδίκαζε τον υλισμό, δεν αποδεχόταν τον Μαρξ και πίστευε ότι οι μηχανές αποτελούσαν τον κύριο λόγο των σκληρών συνθηκών ζωής της αγγλικής εργατικής τάξης. Το αίτημα του ήταν η επιστροφή στο πνεύμα των μεσαιωνικών συντεχνιών, όταν τα προϊόντα κατασκευάζονταν με καλλιτεχνική αγάπη από τους τεχνίτες καλλιτέχνες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μόρρις ήταν προσωπικός φίλος και συνομιλητής του Τζων Ράσκιν, χωρίς οι πολιτικές τους διαφορές να επηρεάσουν την φιλία τους (το αντίθετο μάλιστα, η ανταλλαγή επιρροών είναι δεδομένη), και ότι αποτέλεσε την πρώτη περίπτωση συγγραφέα, που καταπιάστηκε με το κεντρικότερο ρεύμα της λογοτεχνίας του φανταστικού και ήταν κομμουνιστής. Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα κεφάλαια, λογοτέχνες που δεν ήταν συντηρητικοί ή εθνικιστές υπήρχαν ήδη στους κόλπους του Ρομαντισμού. Μπορεί να αποτελούσαν την μειοψηφία, εντούτοις υπήρχαν και έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Ωστόσο, εκείνοι ήταν φιλελεύθεροι, αναρχοφιλελεύθεροι και ελευθεριακοί στοχαστές. Το ιδιαίτερο της περίπτωσης του Μόρρις είναι ότι αποτέλεσε τον πρώτο κομμουνιστή (ίσως και τον μοναδικό μέχρι σήμερα) λογοτέχνη του φανταστικού, που δεν καταπιάστηκε με ένα οποιοδήποτε ρεύμα του ευρύτερου πεδίου, αλλά με το πιο κεντρικό και το πλέον διαχρονικό, με αυτό που παραδοσιακά είχε (και έχει) ταυτιστεί με μια αριστοκρατική και εγωκεντρική αντίληψη των πραγμάτων, δηλαδή με το ηρωικό έπος(28)!
Πάντως, θα πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η πολιτική συγκρότηση και η φύση των ιδεών της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας έχουν σημασία για εμάς, ως αναγνώστες και θεωρητικούς της λογοτεχνίας του φανταστικού. Για την πολιτική και ιστορική εξέλιξη των πραγμάτων της εποχής τους δεν ήταν τόσο σημαντικές, γιατί, όπως προαναφέραμε, μετά το κλείσιμο του ρομαντικού κύκλου, οι αναγνώστες τους ύστερους ρομαντικούς τους αντιμετώπιζαν κυρίως ως λογοτέχνες του φανταστικού και όχι ως πολιτικούς στοχαστές. Η πολιτική πραγματικότητα και η ιστορική εξέλιξη διαμορφωνόταν από την βούληση, τις ιδέες και τις πρακτικές των εκφραστών της νεωτερικότητας.
Το τρίτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί σχετικά με τον Μόρρις είναι η σύνδεση της λογοτεχνικής του πορείας με την γενικότερη εξέλιξη της λογοτεχνίας του φανταστικού. Όπως είπαμε και πιο πριν, η χρονική περίοδος ανάμεσα στα 1850 και 1875, υπήρξε πολύ κρίσιμη για την φανταστική λογοτεχνία. Το διάστημα των ετών αυτών αποτέλεσε τη γέφυρα για το άνοιγμα του τέταρτου φανταστικού λογοτεχνικού κύκλου. Υποστηρίζουμε, δηλαδή, ότι η μικρή διάρκεια αυτής της περιόδου και η σύμπνοια που παρουσιάζει με τον τρίτο και τον τέταρτο κύκλο, μας κάνουν να μην μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τα έργα που παρουσιάστηκαν εντός της ως μακροσκελείς συνδέσμους των δυο κύκλων. Ουσιαστικά πρόκειται για το σημείο της κοινής επαφής του τρίτου και του τέταρτου φανταστικού κύκλου, δηλαδή για μια απευθείας μετάβαση. Ο ρομαντικός κύκλος είναι κάτι το διαφορετικό από τον τέταρτο κύκλο της φανταστικής λογοτεχνίας. Εντός των πλαισίων του Ρομαντισμού η λογοτεχνία του φανταστικού αφομοιώθηκε στους κόλπους μιας ευρύτερης κοσμοαντίληψης. Στον τέταρτο κύκλο δεν συμβαίνει σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα από το 1850 μέχρι το 1875 αποτέλεσε κάτι το ενδιάμεσο. Από τη μια διατήρησε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του Ρομαντισμού μέσω της Προραφαηλιτικής Αδελφότητας και από την άλλη σηματοδότησε κάποιες από τις αλλαγές που θα γίνονταν ορατές στον τέταρτο κύκλο. Καταληκτικά, αυτό που υποστηρίζουμε είναι ότι ο ρομαντικός κύκλος και ο κύκλος της νεώτερης και σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας ενώνονται απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους μακροσκελείς συνδέσμους, πράγμα που συνέβη στους προηγούμενους κύκλους. Την τομή για την μετάβαση στον τέταρτο κύκλο αποτέλεσε το έργο του Γουίλιαμ Μόρρις.
Πριν περάσουμε στην περιγραφή αυτής της τομής, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο έτερο σημαντικό γεγονός που έλαβε χώρα στο μεσοδιάστημα του 1850-1875, το οποίο δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την δυναμική άνοδο του ρεύματος της επιστημονικής φαντασίας μέσα από την πένα του Ιουλίου Βερν. Σίγουρα υπάρχουν αναγνώστες που πιστεύουν ότι ο Ιούλιος Βερν ήταν απλά ένας εκφραστής του θετικιστικού πνεύματος της νεωτερικότητας. Μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική μπορούμε να πούμε ότι έχουν δίκιο. Ωστόσο, μέσα από το πρίσμα της ιστορίας και της θεωρίας της φανταστικής λογοτεχνίας που ακολουθούμε εμείς, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Βερν για εμάς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκφραστές του λογοτεχνικού πεδίου που αποκαλούμε φανταστική λογοτεχνία και η επιστημονική φαντασία μια από της βασικές του συνιστώσες. Εξάλλου, θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας(29), μέσα στο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε, έγραψε και έργα με χαρακτήρα αμιγώς αντινεωτερικό και ρομαντικό, όπως για παράδειγμα το «Ο μάστρο-Ζαχαρίας».
Ας έρθουμε όμως στην στιγμή όπου το έργο του Γουίλιαμ Μόρρις σηματοδότησε το πέρασμα στη νεότερη εποχή της λογοτεχνίας του φανταστικού και στο άνοιγμα του τέταρτού της κύκλου, του κύκλου της νεώτερης και σύγχρονης φανταστικής λογοτεχνίας. Το 1875 ο Μόρρις μετέφρασε στα αγγλικά την «Αινειάδα», ενώ το 1876 δημοσίευσε το έργο του που έφερε τον τίτλο «Η ιστορία του Σίγκουρντ, ο Βόλσουνγκ και η πτώση των Νιμπελούνγκεν». Στη συνέχεια μετέφρασε τις ισλανδικές σάγες και την «Οδύσσεια» (1887). Το 1896 δημοσίευσε το σπουδαίο του έργο «Το πηγάδι στο τέλος του κόσμου». Όπως προαναφέραμε στα έργα του Μόρρις διακρίνουμε ανάμικτα στοιχεία παραμυθιού και ηρωικού έπους. Οι θρύλοι που διηγήθηκε είναι μαγευτικοί και περιπετειώδεις και η συμβολή του συγγραφέα τους στη νεότερη λογοτεχνία του φανταστικού εξόχως σημαντική.
Κάπου εκεί τα πράγματα είχαν αρχίσει να παίρνουν το δρόμο τους. Το 1879 δημοσιεύτηκε η πρώτη δουλειά του Μπραμ Στόουκερ, ενώ μερικά χρόνια αργότερα τον ακολούθησε και ο φίλος του Όσκαρ Ουάιλντ, που -όσον αφορά τη δημιουργική του πλευρά που είχε να κάνει με την φανταστική λογοτεχνία- αποτέλεσε το δημιουργό όμορφων παραμυθιών και ποιοτικών μυθιστορημάτων. «Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας», «Το φάντασμα των Κάντερβιλ», «Ο αφοσιωμένος φίλος» και «Ο νεαρός βασιλιάς» αποτέλεσαν παραμύθια που γράφτηκαν με διδακτική διάθεση, κριτική ματιά και μεγάλη ευαισθησία. Το 1891 ο Ουάιλντ χάρισε στην παγκόσμια λογοτεχνική ιστορία το κορυφαίο του έργο που έφερε τον τίτλο «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη».
Την ίδια εποχή έλαμψε και το αστέρι ενός ακόμη Βρετανού λογοτέχνη, του Σκοτσέζου Ρόμπερτ Λ. Στήβενσον, γεγονός που πιστοποίησε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Βρετανίας στα δρώμενα του τέταρτου κύκλου. Ο Στήβενσον έμεινε στην ιστορία ως ο δημιουργός του περιπετειώδους πειρατικού μυθιστορήματος με τον τίτλο «Το νησί των θησαυρών»(1883) και του γοτθικού «Δόκτωρ Τζέκυλ και κύριος Χάϊντ» (1886). Εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος παρουσίασε τα πρώτα δείγματα της δουλειάς του ο καταπληκτικός Άρθουρ Μάχεν, ενώ το 1895 έκανε την εμφάνισή του και ο Ρόμπερτ Τσέημπερς με το «Ο βασιλιάς με τα κίτρινα». Ο Μάχεν και ο Τσέημπερς αποτέλεσαν κληρονόμους της μυθοπλαστικής φιλοσοφίας των Γερμανών ρομαντικών Νοβάλις και Ε.Τ.Α Χόφμαν, οι οποίοι δημιούργησαν στα πλαίσια της λογοτεχνίας του φανταστικού τρόμου ένα ιδιαίτερο ρεύμα. Το ρεύμα αυτό συμπύκνωσε την ατμόσφαιρα της γοτθικής νουβέλας με τον υποβλητικό ρεαλισμό. Ο μαγικός αυτός ρεαλισμός πλάστηκε μέσα στην λογοτεχνική ιδιοφυΐα των Μάχεν και Τσέημπερς, για να καταλήξει στη δημιουργία διηγημάτων που προσέγγισαν το φανταστικό μέσα από κοσμικούς εφιάλτες και εξωλογικούς τρόμους, τους οποίους γεννούσαν αλλόκοτες υπάρξεις και αόρατες απειλές.
Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε να κάνουμε και στον Ιταλό Κάρλο Κολλόντι. Κύρια προσφορά του Κολλόντι στην λογοτεχνία του φανταστικού υπήρξε ένα σκοτεινό παραμύθι, στο οποίο πρωταγωνίστησε ένας από τους πιο επιτυχημένους λογοτεχνικούς χαρακτήρες που υπήρξαν ποτέ, δηλαδή ο Πινόκιο (1881). Ωστόσο, το σπουδαιότερο κατά πολλούς γεγονός στον χώρο του γοτθικού μυθιστορήματος και της φανταστικής λογοτεχνίας στο σύνολό της, ήταν η έκδοση του «Δράκουλα» από τον Μπραμ Στόουκερ το 1897. Τέλος, μια ακόμη παρουσία αυτής της εποχής στην οποία πρέπει να αναφερθούμε είναι εκείνη του Χέρμπερτ Τζωρτζ Γουέλς. Ο Γουέλς αποτέλεσε έναν πολυγραφότατο λογοτέχνη που έμεινε στην ιστορία λόγω των ωραίων μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας που μας χάρισε. Τρία από τα σημαντικότερα έργα του ήταν «Το νησί του Δόκτορος Μορώ» (1896), «Ο αόρατος άνθρωπος» (1897) και «Ο πόλεμος των κόσμων» (1898). Ο Γουέλς υπήρξε άνθρωπος με βαθύτατες ανησυχίες και έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τις συνέπειες που είχε η διαστρεβλωμένη έννοια της προόδου και η λατρεία της τεχνολογικής ανάπτυξης, σε εποχές που ελάχιστοι μπορούσαν να αντιληφθούν πόσο βάσιμοι ήταν οι φόβοι του. Ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική, έγινε μέλος αριστερών οργανώσεων, αλλά αποχώρησε σχετικά σύντομα. Το 1909 γυρίστηκε στη Γαλλία η ταινία «Ο αόρατος κλέφτης» που ήταν βασισμένη στον «Αόρατο άνθρωπο», ενώ το 1932 έγιναν ταινίες «Το νησί του Δόκτορος Μορώ» με τον κινηματογραφικό τίτλο «Το νησί των χαμένων ψυχών» και «Ο αόρατος άνθρωπος». Τον Οκτώβριο 1938 ο ηθοποιός Όρσον Γουέλες έκανε στον ραδιοφωνικό σταθμό της Νέας Υόρκης μια εκπομπή αφιερωμένη στο «Ο πόλεμος των κόσμων», η οποία έμεινε στην ιστορία για την επιτυχία της, καθώς η πειστικότητά της ήταν τέτοια που έκανε τον κόσμο να πιστέψει ότι οι κάτοικοι του πλανήτη Άρη είχαν όντως εισβάλει στη γη.
Όπως γίνεται κατανοητό, μέχρι την αυγή του 20ου αιώνα, στο ενεργητικό του τέταρτου κύκλου της φανταστικής λογοτεχνίας είχαν καταγραφεί αριστουργηματικά έργα. Η συνέχεια υπήρξε το ίδιο δημιουργική και είναι στους περισσότερους αναγνώστες λίγο έως πολύ γνωστή.
Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα αναπτύχθηκαν κάποια πολύ ισχυρά ρεύματα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Το πιο χαρακτηριστικό από αυτά ήταν η επική φανταστική λογοτεχνία. Ο Λόρδος Ντάνσανυ αποτέλεσε τον πρώτο σπουδαίο λογοτέχνη αυτού του ρεύματος. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ποιήματα. Όπως μαρτυρά ο τίτλος του ήταν αριστοκράτης, γεννήθηκε το 1878 στο κάστρο των Ντάνσανυ στην Ιρλανδία, υπήρξε δεινός σκακιστής και έγινε αξιωματικός του Βρετανικού στρατού. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή κατά τη διάρκεια του πολέμου των Μπόερς και συμμετείχε ως συνταγματάρχης στην υπεράσπιση της Γαλλίας στον Ά Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε πιο μεγάλη ηλικία δίδαξε αγγλική φιλολογία στην Αθήνα. Το 1905 εκδόθηκε η σειρά διηγημάτων του που έφερε τον τίτλο «Οι Θεοί της Πεγκάνα», το 1906 το «Ο χρόνος και οι Θεοί» και το 1908 «Το σπαθί του Βέλεραν». Μέσα από τα έργα αυτά παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό η κοσμογονία του Ντάνσανυ εμπλουτισμένη με αρκετά στοιχεία ηρωικού έπους. Οι θεοί του «τρίτου ημισφαιρίου», που κατοικούν στην μυθική Πεγκάνα, πλαισιώνονται από τους βασιλιάδες και τους ήρωές της, στα πλαίσια πολύ ωραίων διηγημάτων. Το 1922 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα που είχε τον τίτλο «Δον Ροντρίγκεζ: Τα χρονικά της κοιλάδας της Σκιάς» και ακολούθησαν «Η κόρη του βασιλιά της χώρας των ξωτικών» και «Η Ευλογία του Πάνα».
Στο Τέξας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής γεννήθηκε το 1906 ο σπουδαιότερος, κατά πολλούς, λογοτέχνης της ηρωικής φαντασίας. Πρόκειται για τον Ρόμπερτ Χάουαρντ, τον δημιουργό των ιστοριών του «Κόναν του Βάρβαρου» και άλλων ηρώων. Ο Χάουαρντ δεν έζησε σε ένα περιβάλλον πνευματικών ανθρώπων. Η οικογένειά του ήταν μικροαστική, ενώ και ο ίδιος δεν εξελίχθηκε σε συμβατικό άνθρωπο των γραμμάτων. Μπορεί να έγραψε σπουδαία μυθιστορήματα, διηγήματα και νουβέλες, να ανέπτυξε πλούσια αλληλογραφία, να είχε φιλικές επαφές με τον Λάβκραφτ και άλλους λογοτέχνες, ωστόσο, παράλληλα με αυτές τις πνευματικές του δραστηριότητες, παρέμεινε ένας γυμνασμένος μυώδης άντρας, ένας αθλητής της πυγμαχίας, ένας άνθρωπος με αντινεωτερικές πολιτικές απόψεις τις οποίες υπερασπιζόταν καθημερινά στους δρόμους. Η πολιτική σκέψη και συμπεριφορά του Χάουαρντ ήταν χαρακτηριστική του κλίματος των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Πίστη στην έμφυτη ηθική και αισθητική ανωτερότητα της λευκής φυλής, αντιπάθεια και επιφυλακτικότητα προς τους μετανάστες, πολιτικά οράματα ανατροπής της νεωτερικότητας στο σύνολό της, και βίαιη υποστήριξη των αντιλήψεων αυτών στην καθημερινή ζωή. Οι αντιλήψεις αυτές του Χάουαρντ γίνονται εμφανείς στα έργα του και κυρίως σε όσα αφορούν τον Κόναν. Μέσα σε ένα περιβάλλον δυσπιστίας, δράσης, μυθικών πλασμάτων και χαοτικής βίας, ένας πανύψηλος, μυώδης, γαλανομάτης βάρβαρος περιφέρεται από χώρα σε χώρα και μπλέκεται σε επικές περιπέτειες που του χαρίζουν δόξα. Κέντρο βάρους του χαρακτήρα αυτού αποτελεί η δύναμη. Η δύναμη της θέλησης και η δύναμη των ατσάλινων μυώνων. Ο «Κόναν» χάρισε στον Χάουαρντ τεράστια αναγνώριση. Περίπου μισό αιώνα μετά τον θάνατο του (πέθανε το 1936) έγινε πολύ επιτυχημένη εικονογραφημένη νουβέλα και κινηματογραφική ταινία.
Επόμενος σπουδαίος συγγραφέας της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Ο Τόλκιν με το «Χόμπιτ» (1937), τον «Άρχοντα των δακτυλιδιών» (1954), και με το «Σιλμαρίλλιον» που εκδόθηκε το 1977, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, κατέστη ο διασημότερος, ίσως, λογοτέχνης του φανταστικού. Ο Άγγλος λογοτέχνης έγραψε ποιήματα, διηγήματα και δοκίμια, αλλά έμεινε στην ιστορία για τα μακροσκελή, μεγαλόπνοα μυθιστορήματα, στα οποία συνδύασε τις επικές περιγραφές ηρωικών μαχών, την ρομαντική περιγραφή που αναδεικνύει την μαγεία της φύσης, την μέθεξη στην ατμόσφαιρα μεσαιωνικών και μυθολογικών εποχών, και την συναισθηματική πλήρωση τη αφήγησης ενός παραμυθιού.
Κατά τη δεκαετία του 1960 εμφανίστηκαν στο προσκήνιο δυο ακόμη σημαντικοί λογοτέχνες. Πρόκειται για τον Μάικλ Μούρκοκ και την Ούρσουλα Λε Γκεν. Εκφραστές και οι δυο ενός νέου πνεύματος στον χώρο της ηρωικής λογοτεχνίας, προερχόμενοι από τον πολιτικό χώρο της αναρχίας και εμπνεόμενοι από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 1960, πρόκριναν καινοτομίες στην θεματολογία των έργων και σηματοδότησαν την επαφή του κοινού της μουσικής ροκ με την λογοτεχνία του φανταστικού. Ο Μούρκοκ έγραψε δεκάδες έργα, αλλά μνημειώδη δημιουργία του αποτελεί η προσέγγιση του «Αιωνίου Προμάχου», που έλαβε χώρα μέσα από την εξιστόρηση των περιπετειών του «Έλρικ του Μελνιμπονέ», του «Κόρουμ», του «Χόκμουν» και του «Ερεκόζι». Σημαντικό έργο της Λε Γκεν είναι το «Έπος της Γαιοθάλασσας».
Στις μέρες μας υπάρχουν αρκετοί δημοφιλείς συγγραφείς της επικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι ο Ρ. Α. Σαλβατόρε, ο Γκάμπριελ Κέυ, ο αείμνηστος Ντέηβιντ Γκέμελ, ο Τέρυ Μπρούκς, ο Τζωρτζ Μάρτιν, οι Μάργκαρετ Γουέης και Τράησυ Χίκμαν.
Αφήνοντας την επική λογοτεχνία του φανταστικού και περνώντας σε ένα ακόμη ισχυρό ρεύμα του τέταρτου κύκλου, θα εισέλθούμε στα πλαίσια του παιδικού παραμυθιού. Όπως προαναφέραμε, η συνειδητή και απόλυτη λογοτεχνική ταύτιση των παραμυθιών με την φανταστική λογοτεχνία αποτελεί μια παράδοση που γεννήθηκε μέσα στα πλαίσια του ρομαντισμού. Συνεχιστές αυτής της παράδοσης κατά τον 20ο αιώνα υπήρξαν οι παραμυθάδες Φρανκ Μπάουμ με το «Ο θαυμαστός μάγος του Οζ» (1900) και ο Τζέημς Μπαρί με τον «Πήτερ Παν» (1904). Ο Κ. Σ. Λιούις στο «Χρονικό της Νάρνια» έγραψε μυθιστορήματα που ισορρόπησαν ανάμεσα στο παραμύθι και στο ηρωικό έπος. Σήμερα, ιδιαιτέρως δημοφιλείς είναι η Τζεην Ροουλινγκ, ο Νιλ Γκάιμαν και ο Φίλιπ Πούλμαν. Η Ρόουλινγκ ακολουθεί την συνταγή του Λιούις, με αποτέλεσμα ο μικρός της μάγος «Χάρρυ Πότερ» να δραστηριοποιείται σε ένα λογοτεχνικό περιβάλλον, το οποίο συγχωνεύει την ατμόσφαιρα του παραμυθιού και του ηρωικού έπους. Ο Πούλμαν από την άλλη, στην «Τριλογία του κόσμου» συμπυκνώνει στη γραφή του στοιχεία ηρωικού έπους, παραμυθιού και πρώιμης επιστημονικής φαντασίας, παρουσιάζοντας ένα αριστουργηματικό αποτέλεσμα.
Ωστόσο, το ρεύμα του τέταρτου κύκλου της λογοτεχνίας του φανταστικού που αποτελεί γνήσιο τέκνο του ρομαντισμού, είναι εκείνο της λογοτεχνίας του τρόμου. Με κύριους εκφραστές, κατά τον 20ο αιώνα, δυο ανυπέρβλητους συγγραφείς, τον Άρθουρ Μάχεν και τον Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ, η λογοτεχνία του τρόμου κατέστη ένα από τα κυρίαρχα πλαίσια του ευρύτερου πεδίου της φανταστικής λογοτεχνίας. Ο Ουαλός Άρθουρ Μάχεν είχε κάνει την παρουσία του αισθητή από τα τέλη του 19ου αιώνα με τα καταπληκτικά «Ο μέγας θεός Παν» και «Το ενδόμυχο φως» (1895). Άλλα σημαντικά έργα του ήταν «Ο λευκός κόσμος» (1906), «Το κόκκινο χέρι» (1906), «Η μεγάλη επιστροφή» (1915), «Η λαμπερή πυραμίδα» (1924). Ο Λάβκραφτ κινήθηκε στο ίδιο ύφος με τον Μάχεν, γράφοντας ποιήματα και νουβέλες στο αληθοφανές περιβάλλον των οποίων ζωντάνεψαν απόκοσμοι φόβοι και μυθολογικοί εφιάλτες. Σπουδαία έργα του υπήρξαν «Το ασημένιο κλειδί» (1926), «Το παράξενο ψηλό σπίτι στην καταχνιά» (1926), «Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ» (1927), το «Πέρα από τις πύλες του ασημένιου κλειδιού» (1932), «Το πλάσμα στο κατώφλι» (1933) και άλλα. Επιπλέον, ανέπτυξε πλούσιο επιστολογραφικό έργο, καταπιάστηκε με την θεωρία και την προβολή της φανταστικής λογοτεχνίας στο σύνολό της και βοήθησε πολλούς νεαρούς λογοτέχνες του χώρου να δημοσιεύσουν τα έργα τους σε λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Έζησε στην αφάνεια επιδεικνύοντας σεμνότητα και ακολουθώντας έναν λιτό τρόπο ζωής. Πέθανε το 1937 σε ηλικία 47 ετών, αφήνοντας στον κόσμο του φανταστικού μια ανεπανάληπτη κληρονομιά. Σήμερα, οι αναγνώστες της φανταστικής λογοτεχνίας τον αναγνωρίζουν ως έναν από τους ποιοτικότερους δημιουργούς. Ακόμη και οι αντιστάσεις των καθωσπρεπιστών της ακαδημαϊκής διανόησης και της πλειοψηφίας των -«υποτίθεται»- εγκρίτων κριτικών λογοτεχνίας, που παραδοσιακά τον έχουν αντιμετωπίσει με επιφύλαξη –εν πολλοίς, λόγω των εθνικιστικών και φυλετικών του απόψεων- έχουν αρχίσει να κάμπτονται και να του αποδίδουν κάτι από ό,τι πραγματικά του αξίζει.
Πνευματικό τέκνο του Λάβκραφτ και σημαντικός εκφραστής αυτού του ρεύματος της φανταστικής λογοτεχνίας υπήρξε και ο Κλαρκ Άστον Σμιθ. Ο Σμιθ ξεκίνησε γράφοντας ποιήματα, αλλά στην φανταστική λογοτεχνία άφησε το στίγμα του με τις δέκα ιστορίες της «Υπερβορείας». Ακολούθησαν κι άλλοι συγγραφείς τους οποίους οφείλουμε να αναφέρουμε όπως ο υπέροχος Κλάιβ Μπάρκερ, ο Γκράχαμ Μάστερτον, ο Τομ Ρόμπινς, ο Στέφεν Κινγκ. Όλοι τους, με εξαίρεση τον Μάστερτον, έγραψαν λογοτεχνία φαντασίας και τρόμου με πολλές επιρροές από ηρωική λογοτεχνία, από επιστημονική φαντασία, από παραμύθια και από ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους. Αντιθέτως, ο Μάστερτον αποτελεί δημιουργό με πιο στενό προσανατολισμό προς τα μυθιστορήματα τρόμου.
Ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ρεύμα του τέταρτου κύκλου της φανταστικής λογοτεχνίας αποτέλεσε και η επιστημονική φαντασία. Με σύμμαχο τις τεχνολογικές εξελίξεις και με φόντο τα πρώτα διαστημικά ταξίδια του ανθρώπου, η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας βρήκε εύφορο έδαφος ανάπτυξης κατά τον 20ο αιώνα. Μια σειρά από εξαιρετικούς δημιουργούς χάρισαν στο αναγνωστικό κοινό ανεπανάληπτες δουλειές. Τέτοιοι ήταν ο Άρθουρ Κλαρκ με έργα όπως τα «Νησιά στον ωκεανό» (1952), «Οι επικυρίαρχοι» (1953), «2001; Η οδύσσεια του διαστήματος» (1968), «Ραντεβού με τον Ράμα» (1972), ο Φρανκ Χέρμπερτ με το εξάτομο έπος του «Ντιούν», ο Ρόμπετ Χάινλαϊν με τα «Στρατιώτες του σύμπαντος» (1959), «Ξένος σε ξένη χώρα» (1961), ο Ισαάκ Ασίμωφ με τη «Γαλαξιακή Αυτοκρατορία» και ο Φίλιπ Ντικ με τα «Ο Αντίστροφος Κόσμος» (1967), «Το ηλεκτρικό πρόβατο» (1968), «Ούμπικ» (1969), «Θεϊκή εισβολή» (1981). Άλλοι αξιόλογοι συγγραφείς ήταν ο Άλφρεντ Μπέστερ, ο Κερτ Βόννεγκατ και ο Α.Ε. Βαν Βογκτ.
Ένα ακόμη ρεύμα που γεννήθηκε στα πλαίσια του ρομαντισμού και ισχυροποιήθηκε κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, αποκτώντας μάλιστα μεγάλη δημοφιλία στις μέρες μας, είναι το ιστορικό μυθιστόρημα. Οι Ουμπέρτο Έκο, Νταν Μπράουν, Μ. Κ. Φορντ και Στήβεν Πρέσφιλντ αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις επιτυχημένων λογοτεχνών που έγραψαν ωραία ιστορικά μυθιστορήματα.
Τελειώνοντας την αναφορά μας στα σημαντικότερα ρεύματα του κύκλου της νεότερης και σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού, θα σταθούμε και στις εικονογραφημένες νουβέλες (comics). Με ρίζες στον Ρομαντισμό και την αρχή της ανάπτυξής του στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, το comic κατέστη εξαιρετικά δημοφιλές κατά τον 20ο. Με επίκεντρο αρχικά τις Η.Π.Α, όπου και γεννήθηκαν διάσημοι υπερήρωες όπως ο Batman, ο Superman, ο Flash Gordon, ο Hulk και ο Daredevil, και αργότερα κάποιες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία, που μας χάρισαν ήρωες όπως ο Μπλεκ, ο Λούκυ Λουκ και ο Αστερίξ, η εικονογραφημένη νουβέλα έγινε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα λογοτεχνικά είδη και κατέκτησε τις καρδιές μικρών και μεγάλων.
Επισκοπώντας τον κύκλο της νεότερης και σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν ήρθε στο προσκήνιο μέσω κάποιου ξαφνικού ξεσπάσματος. Αντίθετα, ξεκίνησε μια πορεία υπόγεια και συνάμα σταθερή. Υπόγεια γιατί κινήθηκε, από το 1875 κι έπειτα, κάτω από τα εκάστοτε επικρατούντα ρεύματα της μόδας και σταθερή, γιατί δεν παρουσίασε εξάρσεις και υποχωρήσεις, αλλά έναν ακλόνητο ρυθμό ανάπτυξης. Σήμερα, το πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας είναι πολυμερές και στους κόλπους του συμπλέκονται δεκάδες διαφορετικά λογοτεχνικά ρεύματα.
Σημαντική εξέλιξη που έλαβε χώρα στα πλαίσια του τέταρτου κύκλου είναι η δυναμική επαναφορά του ηρωικού στοιχείου στο λογοτεχνικό προσκήνιο. Είναι πράγματι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πλέον αρχαϊκό στοιχείο της φανταστικής λογοτεχνίας κατέστη πανίσχυρο κατά την εποχή του μοντέρνου κόσμου. Είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό αποδεικνύει την εσωτερική κι αισθητική αντίθεση που εκφράζει η φανταστική λογοτεχνία προς την εποχή της νεωτερικότητας.
Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νεότερης φανταστικής λογοτεχνίας είναι η κυριαρχία της πεζογραφίας και ο μαρασμός της ποίησης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η λογοτεχνική έκφραση που διατήρησε τη φλόγα του φανταστικού πολιτισμού αναμμένη για χιλιετίες, υποχώρησε μετά το κλείσιμο του ρομαντικού κύκλου.
Μαζί με την ποίηση εγκατέλειψε την φανταστική λογοτεχνία και η Γερμανία! Η χώρα που αποτέλεσε την μητρόπολη του ρομαντισμού και που γονιμοποίησε το πεδίο του φανταστικού με εξέχουσες δημιουργίες, μετά το 1850 άρχισε σταδιακά να σιωπά. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε κάτι τέτοιο ως αναμενόμενο για την εποχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επειδή έπειτα από την ήττα πάρθηκε η συλλογική απόφαση απ’ όλους τους ισχυρούς πολιτικούς και πνευματικούς πόλους, η οποία πρόβλεπε τον μετασχηματισμό του γερμανικού πολιτισμού στο σύνολό του, με την αιτιολογία ότι οι ρίζες του ήταν αντινεωτερικές και προσανατόλιζε τις επιλογές των Γερμανών σε πεδία εθνικιστικών αντιλήψεων και χαρισματικών ηγετών, δεν είναι εύκολο να δικαιολογηθεί η υποχώρηση που είχε λάβει χώρα μέχρι το 1945. Το αποτέλεσμα αυτής της υποχώρησης ήταν η κυριαρχία του αγγλοσαξονικού κόσμου εντός των πλαισίων της λογοτεχνίας του φανταστικού.
Θα πρέπει, τέλος, να αναφέρουμε ότι η νεότερη φανταστική λογοτεχνία συνδέθηκε με διάφορες καλλιτεχνικές εκφράσεις. Ζωγράφοι όπως οι Boris Valleho, Frank Frazzeta, Dorian Cleavenger, Luis Royo, John Howe και άλλοι πολλοί(30), δημιούργησαν και δημιουργούν έργα τα οποία αποτελούν την εικαστική προέκταση της λογοτεχνίας του φανταστικού. Κατά τον 20ο αιώνα, έγινε και το επιτυχημένο πάντρεμα της φανταστικής λογοτεχνίας με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, πράγμα που οδήγησε στις σύγχρονες φανταστικές κινηματογραφικές υπερπαραγωγές. Επιπλέον, σε μυθιστορήματα και εικονογραφημένες νουβέλες βασίστηκαν αμέτρητα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αντιθέτως, τα παιχνίδια ρόλων και τα επιτραπέζια παιχνίδια, επηρεάστηκαν αλλά και επηρέασαν την λογοτεχνία του φανταστικού. Από την αναφορά μας αυτή δεν θα μπορούσαν να λείπουν και τα μουσικά κομμάτια που είναι βασισμένα σε έργα της φανταστικής λογοτεχνίας. Τέτοια κομμάτια ανιχνεύονται στις μέρες μας κυρίως στο σκληρό ήχο της heavy metal σκηνής.
Υποσημειώσεις25) Άλλος ένας λογοτέχνης που εγκατέλειψε τον Ρομαντισμό και την λογοτεχνία του φανταστικού, αρχίζοντας να γράφει ρεαλιστικά μυθιστορήματα ήταν ο Κάρολος Ντίκενς.
26) Maurice Nadeau, Ιστορία του Σουρεαλισμού, εκδ. Πλέθρον, 1978.
27) Michael Lowy- Robert Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία, Εναλλακτικές εκδόσεις, 1999
28) Ακόμη και οι μεταγενέστεροι λογοτέχνες που συγκρότησαν τον αριστερό πόλο του «sword’n sorcery», όπως ο Μάικλ Μούρκοκ και η Ούρσουλα Λε Γκεν, προέρχονται από τον χώρο της αναρχίας και όχι του κομμουνισμού. Ωστόσο, και ο Μόρρις διαγράφτηκε τελικά από τον Σοσιαλιστικό Σύνδεσμο, επειδή οι ιδέες του είχαν ρομαντικό υπόβαθρο και όχι μαρξιστικό.
29) Στα πλαίσια των ιδεολογικών αλλαγών που συντελέστηκαν στους κόλπους των συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού θα πρέπει να επισημάνουμε ότι και ο Ιούλιος Βερν αποτέλεσε στοχαστή με αρκετές αριστερές πολιτικές επιρροές. 30) Μια ματιά στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο
http://www.aumania.it/ θα μας φέρει ενώπιον ενός πραγματικά μεγάλου αριθμού καλλιτεχνών της φαντασίας.